Πώς ο πόλεμος στο Ιράν καταρρίπτει το αφήγημα Τραμπ για τα ορυκτά καύσιμα

Το οικονομικό ρίσκο της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα καθίσταται εμφανές στον αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν, αναφέρει αναλυτής του Reuters, μια κρίση που θέτει υπό αμφισβήτηση την επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ για «γεωτρήσεις μωρό μου, γεωτρήσεις».

Το ίδιο είχε συμβεί και με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν η Μόσχα έκλεισε τη στρόφιγγα του αερίου και προκάλεσε μια οδυνηρή ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη, γράφει ο Ρον Μπούσο.

Οι δραματικές διαταραχές στις προμήθειες πετρελαίου και η άνοδος τιμών που έφερε η νέα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είναι πιθανό να ενισχύσουν την απόφαση πολλών κυβερνήσεων να εξασφαλίσουν επάρκεια πράσινης ενέργειας.

Ο τελευταίος γύρος επιθέσεων οδήγησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και αερίου, μια κρίση που αναστάτωσε τις αγορές ενέργειας.

Αν κοιτάξει κανείς την κατάσταση μέσα από το πρίσμα της ενεργειακής ασφάλειας, οι κυβερνήσεις έχουν κάθε λόγο να κοιτάξουν πέρα από τα ορυκτά καύσιμα

Αν και οι τιμές του αργού Μπρεντ έχουν πέσει από τα 119 δολαρίων ανά βαρέλι την Δευτέρα –το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2022- στα περίπου 90 δολάρια, το κόστος παραμένει περισσότερο από 24% υψηλότερο από ό,τι πριν από την έναρξη του πολέμου.

Σε κάθε περίπτωση, οι ελλείψεις που διογκώνονται ασκούν πιέσεις στις οικονομίες όλου του κόσμου, επαναφέροντας τους φόβους για αύξηση του πληθωρισμού, μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα εμφανείς στη Ασία, η οποία βασίζεται στη Μέση Ανατολή για το 60% των εισαγωγών αργού πετρελαίου.

Η τελευταία κρίση αποτελεί υπενθύμιση ότι τα ορυκτά καύσιμα, όπως και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μπορεί να είναι ευμετάβλητα και ότι η εξασφάλιση εγχώριων πηγών ενέργειας έχει κρίσιμη σημασία.

Αυτό, με τη σειρά του, αλλάζει τη συζήτηση γύρω από τους δύο υποτιθέμενα αντικρουόμενους στόχους του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος: την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διασφάλιση πρόσβασης σε φθηνή, αξιόπιστη ενέργεια.

Τελικά, φαίνεται ότι ο δεύτερος στόχος μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του πρώτου.

Η μεταφορά προϊόντων πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ σχεδόν μηδενίστηκε λόγω του πολέμου στο Ιράν (Kpier / Ron Bousso via Reuters)

Η μεταφορά προϊόντων πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ σχεδόν μηδενίστηκε λόγω του πολέμου στο Ιράν (Kpier / Ron Bousso via Reuters)

Η εποχή των ενεργειακών σοκ

Στο δίλημμα του εάν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη μείωση των ορυκτών καυσίμων ή στη διατήρηση της ενέργειας σε χαμηλές τιμές, η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά προς την πράσινη μετάβαση μετά τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015. Η δέσμευση για αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έφερε ένα κύμα επενδύσεων στις ΑΠΕ και μια απότομη μείωση των δαπανών για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και γαιάνθρακα — τις κύριες πηγές αερίων του θερμοκηπίου.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 έφερε στην επιφάνεια την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο, μια εξέλιξη που ανέβασε κατακόρυφα τις τιμές και φούσκωσε τον πληθωρισμό την ώρα που οι οικονομίες έβγαιναν από την κρίση της πανδημίας Covid.

Η ακραία αστάθεια ανάγκασε κυβερνήσεις από την Ευρώπη μέχρι την Ασία να δράσουν ταχύτατα. Ορισμένες επιτάχυναν έργα ηλιακής και αιολικής ενέργειας για να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από μελλοντικούς κραδασμούς. Όμως πολλές αύξησαν παράλληλα την εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου και γαιάνθρακα, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Η κρίση ανέδειξε μια σκληρή πραγματικότητα: τα ορυκτά καύσιμα παραμένουν βαθιά ενσωματωμένα στην παγκόσμια οικονομία. Παρά την αύξηση-ρεκόρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πέρυσι, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια, σύμφωνα με το Energy Institute, κάτι που υπογραμμίζει πόσο μακριά βρίσκεται ο κόσμος από την πράσινη μετάβαση και το πόσο εκτεθειμένος παραμένει σε μελλοντικές αναταράξεις.

H τιμή του πετρελαίου Μπρεντ έφτασε τον Ιανουάριο τα υψηλότερα επίπεδα από το 2022 (LSEG, Reuters, Alun John)

H τιμή του πετρελαίου Μπρεντ έφτασε τον Ιανουάριο τα υψηλότερα επίπεδα από το 2022 (LSEG, Reuters, Alun John)

Net zero;

Ο πόλεμος Ρωσίας‑Ουκρανίας δεν είναι η μόνη δύναμη που αναδιαμορφώνει τη γεωπολιτική της ενέργειας την τελευταία δεκαετία. Μια άλλη τεκτονική αλλαγή ήταν η άνοδος των ΗΠΑ ως κορυφαίου παραγωγού πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, χάρη στην επανάσταση του σχιστολιθικού αερίου.

Από τότε που ανέλαβε καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2020, ο Τραμπ προώθησε την «ενεργειακή κυριαρχία» των ΗΠΑ, επιδιώκοντας να απελευθερώσει την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων και να περιορίζει την υποστήριξη προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η κυβέρνηση Τραμπ, μαζί με ένα αυξανόμενο αριθμό πολιτικών παγκοσμίως, έχει επιτεθεί στη φιλοδοξία του «net‑zero» (μηδενικών καθαρών εκπομπών), το σημείο όπου οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου εξισορροπούνται με την ποσότητα που αφαιρείται από την ατμόσφαιρα.

Σε συνάντησης του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) τον προηγούμενο μήνα, ο αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ χαρακτήρισε «καταστροφική ψευδαίσθηση» τον στόχο του net-zero, υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές επιβάλλει περιττά κόστη στους καταναλωτές, που ήδη πιέζονται από τον πληθωρισμό.

Το κόστος κατασκευής νέων συστημάτων ανανεώσιμης ενέργειας είναι σίγουρα μεγάλο.

Οι παγκόσμιες επενδύσεις σε ΑΠΕ θα πρέπει να φτάσουν τα 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως έως το 2030, από περίπου 624 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι μείωσης των εκπομπών, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ανανεώσιμης Ενέργειας (IRENA).

Και σύμφωνα με τον IEA , οι δαπάνες μόνο για τα δίκτυα ηλεκτροδότησης πρέπει να αυξηθούν κατά περίπου 50% έως το 2030, συγκριτικά με το σημερινό επίπεδο των περίπου 400 δισ. δολαρίων ανά έτος.

Ακόμα και αν καλύπτονταν αυτά τα τεράστια ποσά, η ιδέα ότι ο κόσμος μπορεί να μεταβεί γρήγορα από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ είναι σαφώς μη ρεαλιστική.

Αν όμως κοιτάξει κανείς την κατάσταση μέσα από το πρίσμα της ενεργειακής ασφάλειας, οι κυβερνήσεις έχουν κάθε λόγο να κοιτάξουν πέρα από τα ορυκτά καύσιμα. Θα ήταν μάλιστα αφελές να μην το κάνουν.

Σκεφτείτε ότι την περασμένη εβδομάδα, μια μεμονωμένη χώρα, το Ιράν, κατάφερε αναστατώσει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα αποκλείοντας ένα υδάτινο πέρασμα που έχει πλάτος μόλις 39 χιλιόμετρα στο στενότερο σημείο του. Αν αυτό συνεχιζόταν, θα μπορούσε να φέρει σημαντικά τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας σε ακινησία.

Οι κυβερνήσεις δεν μπορεί παρά να το προσέξουν, ιδιαίτερα οι πιο ευάλωτες οικονομίες, και πιθανότατα θα επιδιώξουν να αναπτύξουν περισσότερες εγχώριες πηγές ενέργειας, είτε πρόκειται για ορυκτά καύσιμα είτε για ανανεώσιμες πηγές.

Η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια μπορεί έτσι να κάνει ό,τι δεν μπόρεσε η πολιτική για το κλίμα: να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να κινηθούν ταχύτερα προς ένα πιο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA