Ύστερα από 4,5 χρόνια πολέμου στην Ουκρανία και με εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες να βρίσκονται υπό τα όπλα, η Ρωσία έχει ρίξει μεγάλο βάρος στην αμυντική της βιομηχανία. Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας επαίρεται για τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα της ανεργίας, που κυμαίνονται λίγο πάνω από το 2%. Σύμφωνα, όμως, με ειδικούς, η χώρα υποφέρει από έλλειψη εργατικού δυναμικού και οι λύσεις του Κρεμλίνου ενδεχομένως να επιδεινώνουν τη κατάσταση.
Έως το 2030, η Ρωσία θα χρειαστεί να εντάξει στην αγορά εργασίας 10,9 εκατ. ανθρώπους, σύμφωνα με τον υπουργό Εργασίας Άντον Κοτιάκοφ.
Πάνω από το 90% αυτών θα αντικαταστήσει εργαζομένους που συνταξιοδοτούνται, ενώ περίπου 800.000 θα καλύψουν νέες θέσεις εργασίας.
Ακόμη και το 2024, η αμυντική βιομηχανία αντιμετώπιζε έλλειμμα 400.000-500.000 εργαζομένων, μεταξύ των οποίων περισσότεροι από 100.000 μηχανικοί και άλλοι υψηλής εξειδίκευσης επαγγελματίες.
Μέσα στην επόμενη δεκαετία ο κλάδος κατασκευής μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drone) θα έχει ανάγκη από 300.000 ειδικούς, ενώ ήδη καταγράφεται έλλειμμα.
Η ολοένα βαθύτερη δημογραφική κρίση της χώρας, σε συνδυασμό με τη μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό και τη στρατολόγηση εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών στις ένοπλες δυνάμεις, επιδείνωσαν δραματικά το πρόβλημα.
Για να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν τη κατάσταση βασίζεται σε τρείς πολιτικές: αξιοποίηση ανεκμετάλλευτου εγχώριου εργατικού δυναμικού, επέκταση της εργασίας κρατουμένων και αύξηση της μετανάστευσης.
Ωστόσο, οι Σάμιουελ Μπέντετ και Μαρία Σνεγκοβάγια, ερευνητές του Προγράμματος Ευρώπης, Ρωσίας και Ευρασίας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS), δείχνουν ότι καμία από αυτές τις επιλογές δεν αποδεικνύεται επαρκής.
Όπως εξηγούν, μάλιστα, σε ανάλυσή τους στο περιοδικό Foreign Policy, σε αρκετές περιπτώσεις επιδεινώνουν το πρόβλημα. «Στην περίπτωση της Ρωσίας, η θεραπεία αποδεικνύεται χειρότερη από την ασθένεια».
Πρώτη λύση: Νέοι και γυναίκες στην αγορά εργασίας
Το Κρεμλίνο έχει μειώσει τα εμπόδια για την απασχόληση των νέων και επιδιώκει να επιταχύνει την είσοδο των μαθητών και φοιτητών στην αγορά εργασίας, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και πριν ολοκληρώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μείωσης των πανεπιστημιακών θέσεων με δίδακτρα και της στήριξης προτάσεων που χαλαρώνουν τους περιορισμούς στην παιδική και εφηβική εργασία.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ακόμη και πρόταση για μείωση του κατώτατου ορίου ηλικίας εργασίας από τα 14 στα 12 έτη, κάτι βέβαια που σύμφωνα με τους δύο ειδικούς δεν θα δεχτεί εύκολα η ρωσική κοινωνία.
Επιπλέον, η Ρωσία περιορίζει διαρκώς τον κατάλογο των επαγγελμάτων που απαγορεύονται στις γυναίκες επειδή θεωρούνται υπερβολικά βαριά ή επικίνδυνα. Ωστόσο, σε μια κοινωνία που οι γυναίκες έχουν ήδη πολύ υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας, το μέτρο δεν θα φέρει πολλά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τους Μπέντετ και Σνεγκοβάγια, όμως τα μέτρα αυτά μπορούν μόνο να μετριάσουν βραχυπρόθεσμα τα προβλήματα έλλειψης προσωπικού.
«Κινδυνεύουν να υπονομεύσουν περαιτέρω το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, καθώς δίνουν προτεραιότητα στις άμεσες ανάγκες της αγοράς εργασίας εις βάρος της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης δεξιοτήτων. Επιπλέον, αποσπούν εργαζομένους από τους πολιτικούς κλάδους της οικονομίας, η οποία ήδη βρίσκεται στα πρόθυρα της στασιμότητας. Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον στρατό και τις πολιτικές επιχειρήσεις για τους ειδικούς της πληροφορικής έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του, κάτι που αναγνωρίζεται ακόμη και στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας, χωρίς να διαφαίνεται κάποια βραχυπρόθεσμη λύση» λένε.
Δεύτερη λύση: Εργασία κρατουμένων
Μια δεύτερη επιλογή είναι η επέκταση της εργασίας των κρατουμένων, επαναφέροντας μια μακρόχρονη σοβιετική πρακτική. Ωστόσο, και αυτή αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς, σύμφωνα με τους δύο ειδικούς.
Πριν από το 2022, οι κρατούμενοι εργάζονταν κυρίως μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα, σε τομείς όπως η ραπτική, η ξυλουργική και η μεταλλουργία, ενώ μόνο περιστασιακά προσλαμβάνονταν από δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Μετά το 2022, όμως, χιλιάδες κρατούμενοι στρατολογήθηκαν για να πολεμήσουν στην Ουκρανία, γεγονός που οδήγησε σε απότομη μείωση του αριθμού των φυλακισμένων.
Μέχρι τον Μάιο, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Σωφρονιστικών Ιδρυμάτων (FSIN) ανακοίνωσε ότι ο πληθυσμός των φυλακών είχε μειωθεί κατά περίπου 40% μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια, από 465.000 κρατουμένους στα τέλη του 2021 σε 282.000. Την ίδια στιγμή, η ίδια η FSIN αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, με περισσότερο από το 30% των οργανικών θέσεων να παραμένουν κενές, ενώ σε ορισμένες περιφέρειες οι ελλείψεις στο κατώτερο διοικητικό προσωπικό προσεγγίζουν το 40%-50%.
«Η κατάσταση αυτή έχει αναγκάσει τις τοπικές αρχές να κλείσουν δεκάδες φυλακές που πλέον υπολειτουργούν ή έχουν αδειάσει. Ως εκ τούτου, η εργασία των κρατουμένων δεν μπορεί πλέον να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στο συνολικό πρόβλημα της έλλειψης εργατικού δυναμικού» υπογραμμίζουν οι ερευνητές του CSIS.
Τρίτη λύση: Περισσότεροι μετανάστες
Η τρίτη επιλογή του Κρεμλίνου είναι η ενίσχυση της εισροής ξένων εργαζομένων. Για τον σκοπό αυτό εγκαινίασε νέα προγράμματα, όπως την εκστρατεία «Ώρα να ζήσεις στη Ρωσία», με στόχο τη διευκόλυνση της εγκατάστασης εξειδικευμένων επαγγελματιών από το εξωτερικό. Παράλληλα, επιχειρεί να προσελκύσει εργαζομένους από ένα ευρύτερο φάσμα φιλικών χωρών πέραν της Κεντρικής Ασίας, όπως Ινδία, Βόρεια Κορέα, η Κίνα.
Επιπλέον, επιχειρεί να αξιοποιήσει και τα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη ως πρόσθετη δεξαμενή εργατικού δυναμικού.
Ωστόσο, οι δύο ειδικοί σημειώνουν ότι η προσέλκυση εργαζομένων από τόσο μακρινές χώρες απαιτεί δαπανηρούς μηχανισμούς κεντρικής στρατολόγησης και διοικητικής υποστήριξης.
Ως εκ τούτου, τέτοιοι εργαζόμενοι μπορούν να λειτουργήσουν μόνο συμπληρωματικά και όχι ως υποκατάστατο των μεταναστών από την Κεντρική Ασία. Επιπλέον, η σημερινή Ρωσία διαθέτει ελάχιστη ιστορική εμπειρία ενσωμάτωσης μεγάλου αριθμού μεταναστών προερχόμενων από περιοχές εκτός της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της ρωσικής αυτοκρατορικής σφαίρας.
Το πιο βασικό όμως ότι στην πράξη και αυτή η στρατηγική συναντά σημαντικά εμπόδια, διότι στη Ρωσία έχει ενισχυθεί δραματικά το αντιμεταναστευτικό αίσθημα, ειδικά μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Crocus City Hall τον Μάρτιο του 2024.
Οι εκκλήσεις για απελάσεις και μαζικές συλλήψεις μεταναστών έχουν πλέον γίνει συνηθισμένες.
Η ανακοίνωση, τον Ιούλιο, ότι περισσότεροι από 800.000 Τατζίκοι απέκτησαν ρωσική υπηκοότητα μέσα στην προηγούμενη δεκαετία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις εκκλήσεις πολιτικών, σχολιαστών και διαδικτυακών προσωπικοτήτων για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και δυσκολότερη απόδοση ιθαγένειας.
Σε αντίθεση με την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η σοβιετική κοινωνία λειτουργούσε υπό εντελώς διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, η σύγχρονη Ρωσία δεν διαθέτει εμπειρία επανένταξης τόσο μεγάλου αριθμού βετεράνων.
Οι ειδικοί του CSIS εκτιμούν ότι η έγκριση, τον Σεπτέμβριο του 2025, από τον Βλαντίμιρ Πούτιν προτάσεων για συμμετοχή βετεράνων στον «αγώνα κατά της παράνομης μετανάστευσης» δημιουργεί τον κίνδυνο να αναλάβουν τέτοιο ρόλο άτομα δίχως επαρκή ιατρική και ψυχιατρική υποστήριξη, με σοβαρές πιθανές κοινωνικές συνέπειες.
Το κλίμα αυτό εξάλλου έστρωσε τον δρόμο για επιβολή αυστηρότερης μεταναστευτικής νομοθεσίας, όπως αναφέρεται στο Foreign Policy, με δημιουργία μητρώου «ελεγχόμενων προσώπων» για τη διευκόλυνση των απελάσεων, επιβολή προστίμων σε Ρώσους πολίτες που βοηθούν παράτυπους μετανάστες, περιορισμούς στην οικογενειακή επανένωση και περιορισμούς στην εγγραφή στα σχολεία παιδιών μεταναστών που δεν γνωρίζουν ρωσικά.
Τον Ιούνιο, ήρθε σχέδιο νόμου στην Κρατική Δούμα που αποσκοπεί βάλει τέλος στην εκμετάλλευση παραθύρων του νόμου από εργοδότες για να προσλαμβάνουν αλλοδαπούς εργαζόμενους. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 2025 η Αγία Πετρούπολη απαγόρευσε στους μετανάστες να εργάζονται ως διανομείς, με το επιχείρημα ότι οι θέσεις αυτές πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες για Ρώσους νέους και φοιτητές.
Έτσι οι πολιτικές αυτές συνέβαλαν στην επιβράδυνση της μετανάστευσης, κυρίως από την Κεντρική Ασία, με αποτέλεσμα, το διάστημα Ιανουάριος 2025-Ιανουάριος 2026, ο αριθμός των αλλοδαπών που διέμεναν στη Ρωσία να μειωθεί κατά 10%, ενώ στα εργοτάξια ο πραγματικός αριθμός μεταναστών εργαζομένων υποχώρησε κατά 15%-20% το πρώτο τρίμηνο του 2025, λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης και της αυστηρότερης εφαρμογής της νομοθεσίας.
Συνολικά, η κρίση εργατικού δυναμικού εξελίσσεται σε έναν διαρθρωτικό περιορισμό για τη ρωσική οικονομία του πολέμου, την εσωτερική σταθερότητα και τις μακροπρόθεσμες γεωπολιτικές φιλοδοξίες του Κρεμλίνου. Ωστόσο, οι πολιτικές που εφαρμόζονται τείνουν να επιδεινώνουν, αντί να επιλύουν, το πρόβλημα, καταλήγουν οι Μπέντετ και Μαρία Σνεγκοβάγια.
Στη κεντρική φωτογραφία: Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν παρευρίσκεται σε τελετή απονομής κρατικών διακρίσεων σε εξέχουσες Ρωσίδες στο Κρεμλίνο, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (Mikhail Metzel / POOL / TASS)
