Σε μια παράλληλη πραγματικότητα φαίνεται να κινούνται οι επίσημες κυβερνητικές προσδοκίες και οι εκτιμήσεις των διεθνών και εγχώριων αναλυτών για την πορεία της ελληνικής οικονομίας με ορίζοντα το 2027.
Απόκλιση ανάμεσα στις αισιόδοξες προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης και στις πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ και του ΙΟΒΕ σχετικά με την πορεία της οικονομίας έως το 2027. Ενώ το οικονομικό επιτελείο προσδοκά ρυθμό ανάπτυξης 2,3% το 2027, οι ανεξάρτητοι οργανισμοί τον τοποθετούν χαμηλότερα, στο 1,8% και 1,9% αντίστοιχα
Την ώρα που το οικονομικό επιτελείο διατηρεί έναν αισιόδοξο βηματισμό στο προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού, τόσο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) όσο και το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) στέλνουν σαφή μηνύματα… προσγείωσης.
Στο επίκεντρο αυτής απόκλισης βρίσκεται το επίμονο κύμα ακρίβειας και το υψηλό κόστος διαβίωσης, τα οποία διαβρώνουν συστηματικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και θέτουν σοβαρά ερωτήματα για τη διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής δυναμικής.
Η «ψαλίδα» των προβλέψεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, η κυβέρνηση εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 2,3% το 2027. Πρόκειται για ένα σενάριο που βασίζεται στην υπόθεση ότι η εγχώρια ζήτηση, οι δημόσιες επενδύσεις και η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την οικονομική δραστηριότητα με υψηλές ταχύτητες.
Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται από τις ανεξάρτητες εκθέσεις είναι αισθητά πιο συγκρατημένη:
- Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στην πρόσφατη έκθεσή του World Economic Outlook, προχώρησε σε «ψαλίδισμα» των εκτιμήσεων, τοποθετώντας τον ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας μόλις στο 1,8% για το 2027.
- Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), στην τριμηνιαία επισκόπησή του, υιοθετεί παρόμοια στάση, προβλέποντας 1,9% για το 2027 (από 2% που εκτιμούσε προηγουμένως).
Η απόκλιση αυτή της τάξεως δεν είναι αμελητέα. Μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ λιγότερου παραγόμενου πλούτου και αντανακλά τις βαθύτερες αβεβαιότητες που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.


Ο πληθωρισμός και η απόκλιση από την Ευρωζώνη
Αν η ανάπτυξη αποτελεί το ένα σκέλος της εξίσωσης, το πληθωριστικό κύμα συνιστά τη μεγάλη απειλή για την κοινωνική συνοχή και την πραγματική οικονομία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που πλήττει άμεσα την ανταγωνιστικότητα και την αγοραστική δύναμη.
- Εκτιμήσεις ΔΝΤ: Το Ταμείο βλέπει τον πληθωρισμό στην Ελλάδα να διαμορφώνεται στο υψηλό 4,2% για το τρέχον έτος, πριν υποχωρήσει στο 3,6% το 2027.
- Εκτιμήσεις ΙΟΒΕ: Το Ιδρυμα υπολογίζει τον δείκτη τιμών στο 4% φέτος και στο 3% το 2027.
- Κυβερνητικές εκτιμήσεις: Αντίθετα, το οικονομικό επιτελείο προσδοκά ταχύτερη αποκλιμάκωση, τοποθετώντας τον πληθωρισμό στο 3,8% φέτος και στο 2,6% το 2027 (με τον Εναρμονισμένο Δείκτη στο 2,4%).


Όπως προειδοποίησε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, η παγίωση της διαφοράς πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και ευρωπαϊκών εταίρων αποτελεί δομικό κίνδυνο. Οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται πλέον μόνο στα ενεργειακά αγαθά, αλλά διαχέονται στις βασικές υπηρεσίες, τη στέγαση, την εστίαση και τις μεταφορές, δημιουργώντας ένα μόνιμο επιβαρυντικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά.
Το κόστος ζωής στο επίκεντρο
Το υψηλό κόστος διαβίωσης παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία. Παρά τη σταδιακή μείωση της ανεργίας -η οποία σύμφωνα με το ΔΝΤ αναμένεται να υποχωρήσει στο 8% φέτος και στο 7,6% το 2027- η αύξηση των ονομαστικών μισθών εξανεμίζεται από τις συνεχείς ανατιμήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς ενέργειας.
Η ιδιωτική κατανάλωση, που παραδοσιακά αποτελεί τη «μηχανή» της ελληνικής οικονομίας, δείχνει σημάδια κοπώσεως. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται, ενώ η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει σε αρνητικό ή οριακό πεδίο. Η κατάσταση αυτή περιορίζει τα περιθώρια ευημερίας και καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε τυχόν εξωτερικές διαταραχές.


Επενδύσεις, Ταμείο Ανάκαμψης και εξωτερικό ισοζύγιο
Ένα επιπλέον σημείο προβληματισμού που αναδεικνύει το ΙΟΒΕ αφορά τη μετάβαση της επενδυτικής δραστηριότητας μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Ενώ για το τρέχον έτος οι επενδύσεις διατηρούν θετικό βηματισμό χάρη στην εισροή των κοινοτικών πόρων και την πιστωτική επέκταση, το 2027 αναμένεται αισθητή επιβράδυνση. Το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), παρά τις αναπροσαρμογές, εκτιμάται ότι θα μπορέσει να αντισταθμίσει μόνο εν μέρει το κενό που θα αφήσει η λήξη του ΤΑΑ.
Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει αυξημένο. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ φέτος και θα υποχωρήσει ελαφρώς στο 5,9% το 2027, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να εισάγει σημαντικά περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξαγει, εξέλιξη που συνδέεται και με την υψηλή εισαγωγική ένταση των επενδύσεων.


Τα μηνύματα που εκπέμπουν οι διεθνείς και εγχώριοι οργανισμοί είναι σαφή: η ελληνική οικονομία διατηρεί θετικό πρόσημο, αλλά οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για να καλύψουν ταχέως το επενδυτικό και εισοδηματικό κενό με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η κυβερνητική αισιοδοξία για ανάπτυξη 2,3% το 2027 έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών που παραθέτουν το ΔΝΤ (1,8%) και το ΙΟΒΕ (1,9%).
