Αν ανοίξεις την εφαρμογή της τράπεζάς σου και κοιτάξεις τις κινήσεις του μήνα, θα παρατηρήσεις μια σιωπηλή αφαίμαξη. Μικρά, σχεδόν αόρατα ποσά που φεύγουν αυτόματα, κάθε τριάντα μέρες.
Δέκα ευρώ για μουσική, δεκαπέντε για ταινίες, τρία ευρώ για να αποθηκεύεις τις φωτογραφίες σου, πενήντα για τα προγράμματα που χρειάζεσαι στη δουλειά. Σε αυτά πρόσθεσε το ενοίκιο του σπιτιού —που έχει γίνει πλέον θηλιά στον λαιμό—, τη δόση για το αυτοκίνητο που οδηγείς αλλά δεν σου ανήκει, τον εξοπλισμό που χρονομισθώνεις.
Τρέχεις με όλη σου τη δύναμη, αλλά δεν προχωράς ούτε εκατοστό. Απλώς παλεύεις να μην πέσεις
Οι γονείς μας μεγάλωσαν με έναν ξεκάθαρο, σχεδόν ιερό στόχο: να αποκτήσουν το «δικό τους». Ένα κεραμίδι, ένα αυτοκίνητο, πράγματα χειροπιαστά που θα αποτελούσαν το δίχτυ ασφαλείας τους στις δύσκολες μέρες.
Εμείς, αντίθετα, είμαστε η γενιά που μας έπεισαν πως δεν χρειάζεται να μας ανήκει τίποτα. Μας πούλησαν την ιδέα μιας ζωής ανάλαφρης, χωρίς δεσμεύσεις, όπου τα πάντα είναι διαθέσιμα με το πάτημα ενός κουμπιού.
Η σκληρή αλήθεια, όμως, είναι πως δεν επιλέξαμε να μην έχουμε τίποτα. Απλώς, το σύστημα φρόντισε να μετατρέψει την ιδιοκτησία σε άπιαστο όνειρο, καταδικάζοντάς μας να πληρώνουμε διαρκώς ένα εισιτήριο εισόδου για την ίδια μας την καθημερινότητα.
Οι αναμνήσεις μας με τον μήνα
Ίσως το πιο τρομακτικό κομμάτι αυτής της νέας πραγματικότητας είναι το πώς παραδώσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό, τις αναμνήσεις και την τέχνη που αγαπάμε, σε τρίτους. Κάποτε, όταν αγόραζες έναν δίσκο ή ένα βιβλίο, ήταν δικό σου για πάντα. Το έβαζες στο ράφι, το χάριζες, σε συντρόφευε στα σκοτάδια σου.
Σήμερα, νομίζουμε ότι έχουμε πρόσβαση σε όλη τη μουσική και τον κινηματογράφο του κόσμου, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτα. Είμαστε απλοί επισκέπτες.
Πώς καταλήξαμε να πληρώνουμε με τον μήνα την ύπαρξή μας
Το ίδιο συμβαίνει και με την ψηφιακή μας μνήμη. Οι φωτογραφίες από εκείνη την αυθόρμητη εκδρομή, τα μηνύματα με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε, τα βίντεο από τις στιγμές που γελάσαμε μέχρι δακρύων, όλα βρίσκονται κλειδωμένα σε κάποιον αόρατο διαδικτυακό αποθηκευτικό χώρο. Και η πρόσβαση σε αυτά τα κομμάτια της ψυχής μας εξαρτάται από μια πιστωτική κάρτα.
Αν μείνεις χωρίς δουλειά, αν η κάρτα λήξει και δεν έχεις να πληρώσεις τα ελάχιστα ευρώ της μηνιαίας χρέωσης, οι αναμνήσεις σου απλώς διαγράφονται. Η γενιά μας είναι η πρώτη στην ιστορία που κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της επειδή μια ψηφιακή συναλλαγή απορρίφθηκε.
Νοικάρηδες στα σπίτια και τους δρόμους
Όμως το πρόβλημα δεν σταματά στις οθόνες. Έχει χτυπήσει τον πυρήνα της επιβίωσής μας. Αν περπατήσεις στους δρόμους της Καλλιθέας, στο Παγκράτι ή σε οποιαδήποτε άλλη γειτονιά της Αθήνας, θα νιώσεις την απόγνωση του στεγαστικού.
Οι νέοι άνθρωποι βλέπουν την αγορά ενός σπιτιού σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η στέγαση δεν είναι πια θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά η πιο ακριβή και αγχωτική μηνιαία συνδρομή. Ζούμε με τον διαρκή φόβο ότι ο ιδιοκτήτης θα αποφασίσει να διπλασιάσει το ενοίκιο ή να κάνει το σπίτι τουριστικό κατάλυμα, πετώντας μας στον δρόμο.
Αντίστοιχα και η μετακίνηση. Η αγορά ενός οχήματος αντικαθίσταται ταχύτατα από τη χρονομίσθωση. Πληρώνεις ένα σεβαστό ποσό κάθε μήνα για να οδηγείς ένα αυτοκίνητο που μετά από λίγα χρόνια θα επιστρέψεις, μένοντας ξανά με άδεια χέρια.
Το αφήγημα μάς λέει πως αυτό είναι «ευελιξία». Πως γλυτώνουμε τα άγχη της συντήρησης. Πίσω όμως από τα όμορφα λόγια, κρύβεται η αλήθεια μιας κοινωνίας που βλέπει τους μισθούς της να εξανεμίζονται απλώς και μόνο για να έχει το δικαίωμα της χρήσης.
Το ρολόι που μηδενίζει κάθε πρώτη του μηνός
Όλη αυτή η κατάσταση γεννά ένα πρωτοφανές, αβάσταχτο ψυχολογικό βάρος. Όταν δεν σου ανήκει τίποτα απολύτως, δεν υπάρχει πουθενά το αίσθημα της ασφάλειας. Δεν υπάρχει κανένα “μαξιλάρι” για να πέσεις στα μαλακά αν τα πράγματα στραβώσουν. Ζεις σε ένα καθεστώς διαρκούς επισφάλειας.
Κάθε πρώτη του μήνα, το ρολόι μηδενίζει. Ξυπνάς το πρωί ξέροντας ότι πριν καν πιεις τον καφέ σου, χρωστάς ήδη έναν μισθό σε ενοίκια, δόσεις και συνδρομές, μόνο και μόνο για να παραμείνεις στο ίδιο σημείο. Για να συνεχίσεις να υπάρχεις.
Είναι ένας εξαντλητικός μαραθώνιος πάνω σε έναν διάδρομο γυμναστηρίου: τρέχεις με όλη σου τη δύναμη, αλλά δεν προχωράς ούτε εκατοστό. Απλώς παλεύεις να μην πέσεις.
Η ευκολία που μας χάρισε η τεχνολογία και το σύγχρονο εμπόριο είχε τελικά ένα πανάκριβο, κρυφό τίμημα. Μας αφαίρεσε την ανεξαρτησία μας. Μας μετέτρεψε σε αιώνιους οφειλέτες, σε ανθρώπους που δουλεύουν απλώς για να ανανεώνουν τον χρόνο παραμονής τους στο ίδιο τους το σπίτι, στις ίδιες τους τις συνήθειες.
Και ίσως το πρώτο βήμα για να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο, είναι να σταματήσουμε να αποκαλούμε την αδυναμία μας «επιλογή» και να κοιτάξουμε κατάματα αυτή τη νέα, αόρατη φυλακή μας.
