Ο μισός πληθυσμός της χώρας και μία στις τέσσερις οικογένειες με παιδιά δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν ούτε μια εβδομάδα διακοπών το χρόνο. Σε σταθερό ποσοστό το 46% των πολιτών δεν μπορούν να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η χώρα μας – που προβάλλεται διεθνώς ως κορυφαίος τουριστικός προορισμός – κατέχει την δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη ως προς την πρόσβαση των πολιτών της σε μία εβδομάδα διακοπών.
Υψηλότερες τιμές στο συγκεκριμένο δείκτη «αδυναμίας διακοπών» εμφανίζουν η Ρουμανία (58,6%), η Ελλάδα (46,0%) και η Βουλγαρία (41,4%). Στον αντίποδα, χώρες όπως το Λουξεμβούργο (8,9%), η Σουηδία (11,6%) και η Ολλανδία (13,0%) εμφανίζουν πολύ χαμηλά ποσοστά πληθυσμού, που δηλώνει αδυναμία να χρηματοδοτήσει διακοπές, αποτυπώνοντας μια βαθιά γεωγραφική και ταξική ανισότητα στο εσωτερικό της Ένωσης.
Σύμφωνα μα την Ευρωπαϊκή Ένωση η πρόσβαση σε μία εβδομάδα διακοπών δεν είναι «πολυτέλεια», αλλά συνιστά έναν αναγνωρισμένο δείκτης υλικής και κοινωνικής αποστέρησης, καθώς οι διακοπές με την οικογένεια ή τους φίλους αποτελούν βασικό στοιχείο αξιοπρεπούς διαβίωσης και ψυχικής υγείας.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 27% του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι. Αυτό το ποσοστό, αν και μειωμένο κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2023 και κατά 10,6 μονάδες σε σχέση με το 2014, αντιστοιχεί ακόμη σε πάνω από 120 εκατομμύρια ανθρώπους στην ΕΕ.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι σχεδόν ένας στους δύο κατοίκους ηλικίας άνω των 16 ετών δεν μπορούσε το 2024 να πληρώσει για μια εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι, με το ποσοστό να σταθεροποιείται στο 46% μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία κυμαινόταν γύρω στο 49– 53%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από αναλύσεις του ελληνικού και διεθνούς τύπου πάνω στα ίδια δεδομένα, οι οποίες σημειώνουν ότι, παρά τη στατιστική βελτίωση σε σχέση με το 2014, η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να διεκδικεί σταθερά μια από τις πρώτες θέσεις στη «φτώχεια στις διακοπές».
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όταν εστιάσει σε οικογένειες με παιδιά. Σύμφωνα με ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τις συνθήκες διαβίωσης παιδιών έως 15 ετών (έρευνα 2024 με αναφορά εισοδημάτων 2023), το 26% των νοικοκυριών με τουλάχιστον ένα παιδί δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει στα παιδιά του μία εβδομάδα διακοπών.
Το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 60,3% για τα φτωχά νοικοκυριά (εισόδημα μικρότερο ή ίσο με το κατώφλι φτώχειας), ενώ ακόμη και στα μη φτωχά νοικοκυριά το 16,5% δηλώνει αδυναμία να προσφέρει μία εβδομάδα διακοπών στα παιδιά. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι μονογονεϊκές και οι πολύτεκνες οικογένειες, με ποσοστά αδυναμίας διακοπών που κινούνται μεταξύ 50–60%, ενώ ακόμη και οικογένειες με δύο παιδιά δυσκολεύονται να πάνε διακοπές σε ποσοστό περίπου 40%. Σε επίπεδο υποκειμενικών προσδοκιών για το καλοκαίρι του 2025, έρευνα του Iνστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) δείχνει ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων, το 52%, δεν προγραμματίζει να κάνει διακοπές, ενώ μόνο το 48% δηλώνει ότι θα πάει, συχνά με πολύ περιορισμένο χρόνο και δαπάνη.
Η ίδια έρευνα αναδεικνύει ως κύριο εμπόδιο τις οικονομικές πιέσεις: 68% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα είναι ο βασικός περιορισμός, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν το αυξημένο κόστος εισιτηρίων (32%) και διαμονής (30%), οδηγώντας πολλούς σε λύσεις όπως φιλοξενία σε σπίτια φίλων/συγγενών ή πολύ σύντομες, «συμπιεσμένες» διακοπές.
Παράλληλα, ειδικές μελέτες της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) για την περίοδο 2021–2022 δείχνουν ότι περίπου 40 εκατομμύρια εργαζόμενοι στην ΕΕ δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μια εβδομάδα διακοπών, με την κατάσταση να επιδεινώνεται σε χώρες με χαμηλούς μισθούς και υψηλό κόστος ζωής, όπως η Ελλάδα. Η ETUC αναδεικνύει τη «φτώχεια στις διακοπές» ως συνέπεια της αύξησης της ανισότητας, της συμπίεσης των μισθών έναντι της παραγωγικότητας και της εκτίναξης του κόστους στέγασης, ενέργειας, μεταφορών και τουριστικών υπηρεσιών.
Πηγή: ΟΤ
