Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται από τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας (18/05) μια γιγαντιαία και εξαιρετικά συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση στην Κρήτη, η οποία φέρει τη σφραγίδα της νεοσύστατης Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, ευρύτερα γνωστής ως «ελληνικό FBI»…
Οι άνδρες της ειδικής αυτής υπηρεσίας κατάφεραν να καταφέρουν ένα καίριο πλήγμα στα γρανάζια μιας σκληρής εγκληματικής οργάνωσης που δρούσε συστηματικά στην ευρύτερη περιοχή της Μεσαράς και συγκεκριμένα στο χωριό Βορίζια. Η μακροχρόνια έρευνα των αρχών ξεσκέπασε τη δράση μιας οικογενειακής «μαφίας» που είχε επιβάλει έναν ιδιότυπο νόμο του τρόμου στην τοπική κοινωνία, προχωρώντας σε εκβιασμούς, εμπρησμούς, καταστροφές περιουσιών και μια απίστευτη οικονομική απάτη με φόντο τις αγροτικές επιδοτήσεις.
Το οικογενειακό «συνδικάτο» και η απάτη-μαμούθ με τις επιδοτήσεις
Στο επίκεντρο της μεγάλης αυτής αστυνομικής επιχείρησης βρίσκονται τρία κεντρικά πρόσωπα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με στενούς συγγενικούς δεσμούς. Πρόκειται για έναν θείο και τα δύο ανίψια του, οι οποίοι είχαν στήσει μια καλά κουρδισμένη μηχανή παραγωγής παράνομου χρήματος. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που έχει σχηματιστεί σε βάρος τους, η μέθοδος δράσης τους βασιζόταν στην αυθαίρετη και βίαιη καταπάτηση ξένων αγροτικών εκτάσεων και οικοπέδων στην περιοχή των Βοριζίων. Αφού καταλάμβαναν τις ξένες περιουσίες, εκμεταλλευόμενοι τον φόβο των νόμιμων ιδιοκτητών, προχωρούσαν στο επόμενο και πιο κερδοφόρο βήμα του σχεδίου τους: δήλωναν τις συγκεκριμένες εκτάσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, εμφανίζοντάς τις ψευδώς ως δικές τους.
Η δράση της συγκεκριμένης εγκληματικής οργάνωσης δεν περιοριζόταν μόνο στην οικονομική απάτη πίσω από τις οθόνες των υπολογιστών. Η ομάδα χρησιμοποιούσε σκληρές, μαφιόζικες μεθόδους για να κάμψει οποιαδήποτε αντίσταση συναντούσε από την πλευρά των νόμιμων ιδιοκτητών της γης. Στις περιπτώσεις που οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι ή γεωργοί αρνούνταν να υποκύψουν στους εκβιασμούς και να παραχωρήσουν σιωπηρά τα χωράφια τους, τα μέλη της σπείρας περνούσαν αμέσως στη φάση των αντιποίνων. Η απάντησή τους ήταν άμεση, βίαιη και άκρως καταστροφική.
Οι κατηγορούμενοι προχωρούσαν σε εκτεταμένους εμπρησμούς, καίγοντας αγροτικές εκτάσεις, ελαιώνες και υποδομές, ενώ παράλληλα προκαλούσαν τεράστιες φθορές σε περιφράξεις, μηχανήματα και οχήματα των θυμάτων τους. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις των αρχών, η συνολική οικονομική ζημία που προκάλεσαν με τις εγκληματικές τους πράξεις στους κατοίκους της περιοχής αγγίζει τις 200.000 ευρώ. Ο τρόμος και η απειλή της ολοκληρωτικής καταστροφής ανάγκαζαν πολλούς από τους παθόντες να κρατούν το στόμα τους κλειστό, γεγονός που επέτρεπε στην οργάνωση να συνεχίζει ανενόχλητη το έργο της για μεγάλο χρονικό διάστημα.

