Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2026
10.2 C
Athens

Ζώντας με 392 ευρώ τον μήνα – Η σκληρή καθημερινότητα των φτωχών νοικοκυριών

Η νέα έκθεση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με θέμα  «Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα τέλη του 2025», βρήκε τους Έλληνες μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς.

Aνάμεσα στη χώνεψη της γαλοπούλας και την κοπή της βασιλόπιτας, λίγοι έδωσαν σημασία σε ένα στοιχείο που σοκάρει: Τα φτωχά νοικοκυριά στην Ελλάδα αναγκάζονται να βγάζουν τον μήνα με μέση ισοδύναμη δαπάνη μόλις 392 ευρώ.

Πρόκειται για ένα ποσό που δεν βρίσκεται απλώς κάτω από τα όρια της φτώχειας, αλλά δύσκολα εγγυάται την επιβίωση. Δεν γίνεται καν λόγος για αξιοπρεπή διαβίωση, ευημερία και ποιότητα ζωής. Με λιγότερα από 400 ευρώ δεν βγαίνει όχι ο μήνας, αλλά ούτε το 15νθήμερο, αν πληρώνεις νοίκι ή έχεις παιδί – πόσο μάλλον αν ισχύουν και τα δύο.

Υπενθυμίζεται ότι για το 2024 (το τελευταίο για το οποίο διαθέτουμε επίσημα στατιστικά στοιχεία) το κατώφλι της φτώχειας ανερχόταν στα 6.510 ευρώ ετησίως για μονομελή νοικοκυριά και 13.671 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δυο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών.

Ο κίνδυνος της φτώχειας δεν αφορά κάποια μικρή μειοψηφία αλλά σχεδόν τους τρεις στους δέκα κατοίκους της χώρας.

Όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, σύμφωνα με την έρευνα EU-SILC και τον δείκτη AROPE (ο οποίος μετράει και τον κοινωνικό αποκλεισμό), η φτώχεια του γενικού πληθυσμού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 26,9%. Βρισκόμαστε στην τρίτη χειρότερη θέση στην ΕΕ, μετά την Βουλγαρία (30,3%), και τη Ρουμανία (27,9%), ενώ ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 21,0%

Γυναίκες, παιδιά, μονογονείς, στη μέγγενη της φτώχειας

Ας έχουμε υπόψιν ότι η μέση ισοδύναμη δαπάνη δεν συμπίπτει με το μέσο εισόδημα ή τη μέση ατομική δαπάνη, αλλά είναι προσαρμοσμένη στη σύνθεση κάθε νοικοκυριού – π.χ. αριθμό παιδιών και ενηλίκων.

Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα σκέτο στατιστικό νούμερο, αλλά αντικατοπτρίζει το ποσό των χρημάτων που ξοδεύουν τα νοικοκυριά, για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Η ανάλυση του ΚΕΠΕ είναι ξεκάθαρη. Η φτώχεια απειλεί περισσότερο εκείνους που θεωρητικά αποτελούν «το μέλλον της χώρας»: Τα παιδιά, μέσω της φτώχειας των γονιών τους (ιδίως αν είναι ανύπαντρες ή χωρισμένες μητέρες) και τους νέους, ιδίως αν πληρώνουν ενοίκιο.

Σε κίνδυνο φτώχειας βρίσκεται σχεδόν το ένα στα δύο μονογονεϊκά νοικοκυριά (44%), τα τρία στα δέκα νοικοκυριά με παιδιά (29%), ο ένας στους δύο άνεργους (49%).

Generation Rent ή γενιά νεόπτωχων;

Αν συνδυάσουμε την έκθεση του ΚΕΠΕ, με τις αναλύσεις για την περίφημη «Generation Rent», η γενιά που ζει στο νοίκι, βλέπουμε ότι τα πλέον δυναμικά κομμάτια της κοινωνίας, οι νέοι που ζουν στις πόλεις και αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, είναι εκείνοι που βρίσκονται στον Προκρούστη της φτωχοποίησης.

Η ιδιοκατοίκηση που συνεχώς μειώνεται και έχει πέσει πανελλαδικά στο 69%, στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι είναι αρκετά χαμηλότερη, κάτω από 64% σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της ΤτΕ.

Αυτό για παράδειγμα σημαίνει, ότι στην Αθήνα όσοι νοικιάζουν και όσοι ψάχνουν σπίτι με ενοίκιο, είναι πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού. Ανάμεσά τους ζουν και οι νεόπτωχοι των πόλεων, οι οποίοι στις τάξεις των ενοικιαστών είναι σημαντικά περισσότεροι από ό,τι στον γενικό πληθυσμό.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει το ΚΕΠΕ, το 32,2% των ενοικιαστών βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, έναντι του 30,8% στην ΕΕ. Σε κίνδυνο φτώχειας βρίσκεται το 22% των νοικοκυριών με στεγαστικό δάνειο και 24,6% των ιδιοκτητών που δεν πληρώνουν δάνειο, έναντι του 9,6% και 18,4% στην ΕΕ.

Οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης βρίσκονται σε διπλάσιο κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, στο 20,6% έναντι 9,8%. Στην Ελλάδα η μία στις δύο νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικο΄τομέα είναι μερικής απασχόλησης, ενώ με βάση τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, η μερική απασχόληση ξεπερνάει το 23% (ανάλογα με τον μήνα)

Ο φαύλος κύκλος της φτώχειας

Από τα επί μέρους στοιχεία της έρευνας τους ΚΕΠΕ, διαπιστώνουμε ότι η φτώχεια στην Ελλάδα τείνει να μετατραπεί σε φαύλο κύκλο, από τον οποίο δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Μάλιστα οι πιθανότητες κάποιος να κατρακυλήσει σε χαμηλότερες εισοδηματικές-κοινωνικές βαθμίδες είναι υψηλότερες από τις πιθανότητες να βελτιώσει τη θέση του.

Γενικά, η Ελλάδα καταγράφει σχετικά χαμηλή εισοδηματική κινητικότητα, καθώς σε σχέση με ένα έτος πριν το 51,5% του πληθυσμού δεν αλλάζει θέση στην εισοδηματική κατανομή. Ακόμη στο 21,9% του πληθυσμού βελτιώνεται η σχετική του θέση, ενώ στο 26,6% επιδεινώνεται.

Άλλωστε, με βάση τα πιο πρόσφατα, εθνικολογιστικά στοιχεία το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών για το πρώτο τρίμηνο του 2025 αυξήθηκε σε τρέχουσες τιμές κατά 0,7% και σε πραγματικούς όρους μειώθηκε κατά 3,3%.

Η εκπαίδευση  ανάχωμα στη φτώχεια

Η εκπαίδευση, και δη η τριτοβάθμια, μπορεί να μην είναι εισιτήριο κοινωνικής ανόδου, όπως ίσχυε για τις προηγούμενες γενιές. Είναι όμως ένας προστατευτικό ανάχωμα, που μειώνει τον κίνδυνο φτώχειας. Για τους πτυχιούχους το ποσοστό φτώχειας περιορίζεται σε 7,7%, για τους απόφοιτους λυκείου ανεβαίνει στο 20,5%, και για όσους έχουν τελειώσει το πολύ γυμνάσιο ξεπερνάει το 32,2%

Όσο αυξάνονται οι «κόφτες» στην εκπαίδευση και το να σπουδάσεις το παιδί σου ισοδυναμεί με οικονομικό άθλο (ιδίως αν φοιτά σε άλλη πόλη), τόσο μειώνονται οι πιθανότητες για τα φτωχότερα νοικοκυριά να ξεφύγουν από την παγίδα της φτώχειας μέσω της μόρφωσης.

Όπως επισημαίνει η έκθεση του ΚΕΠΕ, τα φτωχά νοικοκυριά ξοδεύουν σχεδόν το 57% της μηνιαίας δαπάνης αποκλειστικά σε διατροφή και στέγαση. Αντίθετα, το αντίστοιχο ποσοστό για τα μη φτωχά νοικοκυριά περιορίζεται στο 34,3%.

Που  να περισσέψουν χρήματα για παιδεία, που έχει κι’ αυτή εμπορευματοποιηθεί, για φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών.  Ένα αναπάντεχο ιατρικό έξοδο μπορεί να τινάξει στον αέρα τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ενώ τα ταξίδια, ο πολιτισμός, οι διακοπές είναι πολυτέλεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA