Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2026
7.9 C
Athens

CEDEFOP: 3+1 σενάρια για το μέλλον της εργασίας – Το καλό, το κακό, το μέτριο και το «σκάσε και κολύμπα»

Το CEDEFOP (Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης), επίσημος φορέας της ΕΕ με έδρα τη Θεσσαλονίκη, δημοσίευσε μελέτη, με τέσσερα εναλλακτικά σενάρια για την αγορά εργασίας στην Ευρώπη το 2040.

Χρησιμοποιώντας επιστημονικά εργαλεία και μέσω συνεντεύξεων με ειδικούς, το CEDEFOP επεξεργάζεται τέσσερα πιθανά σενάρια, για το εργασιακό περιβάλλον της επόμενης 15ετίας, με επίκεντρο την τεχνητή νοημοσύνη. Πρόκειται για ένα κοντινό μέλλον, το οποίο δεν θα αντιμετωπίσουν μόνο τα σημερινά παιδιά και οι νεαροί ενήλικες αλλά και ώριμοι εργαζόμενοι άνω των 50-55 ετών, που δε θα βγουν στη σύνταξη πριν τα 67 ή θα αναγκαστούν να δουλεύουν και μετά τη συνταξιοδότηση.

Η ανάπτυξη δεξιοτήτων και το μέλλον της εργασίας

Η μελέτη εστιάζει στη συνεχή ανάπτυξη δεξιοτήτων (continuing skills development – CSD), το πώς δηλαδή η κατάρτιση και η εκπαίδευση, τυπική και άτυπη, συνοδεύει τον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια του βίου του, υποστηρίζοντας την επαγγελματική του εξέλιξη. Πρόκειται για τo περίφημο δίπτυχο upskilling-reskilling, που περιλαμβάνει την αναβάθμιση δεξιοτήτων και την εκμάθηση νέων. Συχνά συνοδεύεται από μια τρίτη παράμετρο, το retraining, την επανεκπαίδευση σε νέα εργασιακά αντικείμενα, σε περίπτωση που χρειαστεί μια ολοκληρωτική αλλαγή καριέρας.

Στη σύγχρονη αγορά εργασίας το upskilling-reskilling έχει φτάσει να θεωρείται κάτι σαν ιερό δισκοπότηρο. Ο εργαζόμενος, που πλέον βαφτίζεται «απασχολούμενος», χρειάζεται να επανευφευρίσκει διαρκώς τον εαυτό του, ώστε να μην τον ξεπερνάνε οι εξελίξεις. Το κατά πόσο η διαρκής επανακατάρτιση είναι  πραγματικά δημιουργική και χρήσιμη, όχι καψώνι και βραχνάς, είναι άλλης τάξης ζήτημα. Σίγουρα πάντως για να πιάνει τόπο η κατάρτιση ενηλίκων και η δια βίου μάθηση, δεν πρέπει να είναι αρπακολατζίδικη και επιρρεπής σε σκάνδαλα και εξυπηρετήσεις ημετέρων – όπως δυστυχώς έχει συμβεί στο παρελθόν.

Σενάριο Α: Ένα μέλλον ευκαιριών

Το «καλό» σενάριο τoυ CEDEFOP θυμίζει χολιγουντιανή ταινία με χάπι-εντ: «Βρισκόμαστε στο 2040. Το εργατικό δυναμικό της ΕΕ μειώνεται, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της επιβράδυνσης των μεταναστευτικών ροών. Ωστόσο, η οικονομία βρίσκεται σε άνθηση και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, τροφοδοτούμενη από τις τεχνολογικές καινοτομίες και τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης».

Το ροζ συννεφάκι έχει και λίγο γκρι, αλλά ευτυχώς όχι για τους εργαζόμενους: Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες ευδοκιμούν, αλλά, καθώς η προσφορά και η ζήτηση δεξιοτήτων κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις και η έλλειψη δεξιοτήτων αυξάνεται, οι προκλήσεις στην πρόσληψη προσωπικού εντείνονται και ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση ταλέντων γίνεται πιο έντονος από ποτέ.

Η αγορά εργασίας γίνεται όλο και πιο «σφιχτή», δηλαδή αυξάνονται οι κενές θέσεις εργασίας και μειώνεται η ανεργία. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι και επιχειρήσεις επωφελούνται από τις εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Οι δεξιότητες που έχουν ως επίκεντρο τον άνθρωπο παραμένουν ζωτικής σημασίας.

Η διατήρηση των ταλέντων γίνεται προτεραιότητα για περισσότερους εργοδότες. Οι σταδιοδρομίες που συνδυάζουν την εργασία με τις προσωπικές – κοινωνικές αξίες (η ανάγκη να έχει η δουλειά σου νόημα και κοινωνική χρησιμότητα), κερδίζουν έδαφος και γίνονται επιλογή για έναν αυξανόμενο αριθμό ατόμων.

Τα συστήματα ανάπτυξης δεξιοτήτων γίνονται πιο ευέλικτα, προσβάσιμα και ανταποκρίνονται στις διαφορετικές ανάγκες του εργατικού δυναμικού, επιτρέποντας σε κάθε άνθρωπο να διαλέξει αυτό που του ταιριάζει στο δικό του ταξίδι της δουλειάς και της μάθησης.

Σενάριο Β: Οι εργαζόμενοι αφημένοι στην τύχη τους

Το δεύτερο σενάριο βλέπει το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο,  ανάλογα με ποια πλευρά του εργασιακού φράχτη κάθεσαι.

Πρόκειται για ένα μέλλον όπου τα διαδοχικά κύματα μετασχηματισμού της τεχνητής νοημοσύνης έχουν αναδιαμορφώσει ριζικά τους χώρους εργασίας, προκαλώντας αναταράξεις στο εργατικό δυναμικό.

Το κράτος και οι εργοδότες δεν ασχολούνται με την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, οι ενήλικες σε εργάσιμη ηλικία αφήνονται σε μεγάλο βαθμό στην τύχη τους, να πλοηγηθούν στα τεχνολογικά κύματα, με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας.

Μερικοί καβαλάνε το κύμα, ενώ άλλοι παλεύουν να μην τους καταπιεί, δημιουργώντας ένα «εργατικό δυναμικό δύο ταχυτήτων».

Το σενάριο Β είναι «ο καθένας για τον εαυτό του» ή αλλιώς «ο σώζων εαυτώ σωθήτω». Μόνο ορισμένα τμήματα του πληθυσμού επωφελούνται από τις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στην εργασία. Κάποιοι, πιθανόν λιγότεροι,  δυσκολεύονται να προσαρμοστούν και αγωνίζονται απλώς να κρατήσουν τη δουλειά τους, σε βάρος της ψυχικής, σωματικής και κοινωνικοοικονομικής τους ευημερίας.

Σενάριο Γ: Οι χαμένες ευκαιρίες

Το τρίτο σενάριο οραματίζεται ένα μέλλον όπου η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει φέρει κάποια συγκλονιστική επανάσταση και η κατάσταση είναι «business as usual», με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης συνεχίζεται, αλλά με ήπιο ρυθμό, οδηγώντας σε μέτριους μετασχηματισμούς των καθηκόντων και των θέσεων εργασίας και όχι σε ριζικές αλλαγές.

Την ίδια στιγμή, οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης για τη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών δεν αξιοποιούνται πλήρως. Κάποιοι επωφελούνται, οι πολλοί χάνουν τις ευκαιρίες και ορισμένοι συνεχίζουν να δυσκολεύονται.

Η σημασία της ανάπτυξης και της αξιοποίησης των δεξιοτήτων παραμένει στα σημερινά επίπεδα χωρίς επιπέον ώθηση και η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στη μάθηση, τη διδασκαλία και την επαγγελματική καθοδήγηση είναι περιορισμένη.

Σενάριο Δ: Η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχεί – ο άνθρωπος σκλαβώνεται

Το τελευταίο σενάριο θυμίζει δυστοπική σειρά του Netflix, που μπορεί να μην έχει ζόμπι ή εξωγήινα τέρατα, αλλά στο ρόλο του μπαμπούλα είναι η ΑΙ και οι μεγιστάνες της Big-Tech:

«Είναι το 2040. Η χρήση των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και της αυτοματοποίησης έχει επικρατήσει σε όλους τους τομείς της ζωής και της εργασίας, μετασχηματίζοντας τον ιστό της κοινωνίας και οδηγώντας σε άνευ προηγουμένου απώλειες θέσεων εργασίας σε όλους τους τομείς, σε όλες τις βιομηχανίες και σε όλα τα επίπεδα δεξιοτήτων».

Η τεχνητή νοημοσύνη ελέγχεται από μια χούφτα ολιγάρχες, ασκώντας σημαντική επιρροή στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, την οικονομία και την κοινωνία. Ο αντίκτυπος στους εργαζομένους είναι καταστροφικός. Με την τεχνητή νοημοσύνη να αναλαμβάνει τα περισσότερα καθήκοντα, οι εργαζόμενοι απασχολούνται όλο και περισσότερο με άτυπες συμβάσεις, με περιορισμένη πρόσβαση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στην εργασιακή ασφάλεια και στις κοινωνικές παροχές.

Οι εταιρείες δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να επενδύσουν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ενός εργατικού δυναμικού που μπορεί να αντικατασταθεί ανά πάσα στιγμή.

Η μείωση των παραδοσιακών θέσεων εργασίας, με συλλογικές συμβάσεις και δικαίωμα στον συνδικαλισμό, έχει αποδυναμώσει τη δύναμη των συνδικάτων, αφήνοντας τους εργαζομένους μόνους, χωρίς κανένα ισχυρό σύμμαχο να τους υπερασπιστεί. Οι ανεπαρκείς κανονισμοί και η ανεπαρκής εποπτεία στη χρήση ΑΙ, έχουν δημιουργήσει μια ανισορροπία δυνάμεων, που απειλεί τη δημοκρατία και εντείνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Τι μας ξημερώνει

Οι συντάκτες της έρευνας του CEDEFOP τονίζουν ότι και τα τέσσερα σενάρια -το καλό, τα δύο «μέτρια» και το καταστροφικό-, έχουν ένα κοινό νήμα. Όλα εξαρτώνται από τη διττή δυναμική της τεχνητής  νοημοσύνης. Μπορεί να ενδυναμώσει τους ανθρώπους αλλά και να οδηγήσει στη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας σε ακόμα λιγότερα χέρια. Μπορεί να ενισχύσει την ανθρώπινη εργασία, επιτρέποντας στους ανθρώπους να αναλάβουν πιο δημιουργικούς ρόλους ή να οδηγήσει στην αντικατάστασή τους και την υποβάθμιση των θέσεων εργασίας. Το δόγμα της ατομικής ευθύνης, που αφήνει τους εργαζόμενους να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, σημαίνει ότι κάποιοι θα επιπλεύσουν και άλλοι θα βουλιάξουν. Η άνιση ικανότητα προσαρμογής στις τεχνολογικές αλλαγές ενέχει τον κίνδυνο να επιδεινώσει και τις ευρύτερες ανισότητες, μεταξύ ανθρώπων, χωρών και επιχειρήσεων.

Τι προτείνει το CEDEFOP

Το CEDEFOP τονίζει ότι για να κατευθυνθούμε σε ένα μέλλον όπου τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνη θα μοιράζονται σε όλους εξίσου δίκαια, τα παραδοσιακά μοντέλα συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, δεν είναι πλέον επαρκή. Απαιτείται μια θεμελιώδης αλλαγή, που θα αντιμετωπίζει τη δια βίου μάθηση ως αδιαχώριστη από την «ολιστική μάθηση», σε ένα εύρος δραστηριοτήτων.

Θα πρέπει να αξιοποιούνται στρατηγικά όλα τα πλαίσια μάθησης, θεσμικά και άτυπα,  εντός και εκτός του χώρου εργασίας, μέσω συνεργατικής διακυβέρνησης με τη συμμετοχή των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, των κοινωνικών εταίρων, της κοινωνίας των πολιτών και των φορέων παροχής εκπαίδευσης, κατάρτισης και επαγγελματικού προσανατολισμού.

Τα σενάρια καταδεικνύουν ότι οι στρατηγικές επιλογές που γίνονται σήμερα θα καθορίσουν αν η Ευρώπη θα δημιουργήσει ένα εργατικό δυναμικό έτοιμο για το μέλλον, ικανό να ευημερήσει σε έναν κόσμο που καθοδηγείται από την τεχνητή νοημοσύνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA