Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2026
14 C
Athens

ΚΕΦΙΜ: Στην Ελλάδα η 2η υψηλότερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας – Παραμένει σχεδόν ίδια με τα επίπεδα του 2019

Το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag) βιώνει η Ελλάδα. Καθώς οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται οι εργαζόμενοι «σπρώχνονται» σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια με αποτέλεσμα η πραγματική επιβάρυνση να παραμένει υψηλή παρά τις επιμέρους μειώσεις συντελεστών.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 2η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας

Τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την έξοδο από τα προγράμματα προσαρμογής, το φορολογικό βάρος για τους εργαζόμενους και τα νοικοκυριά παραμένει δυσανάλογα υψηλό.

Φόροι και εισφορές αδειάζουν τα πορτοφόλια των πολιτών απορροφώντας μεγάλο μέρος του εισοδήματος από την εργασία και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη.

Μόνο η Ιταλία ξεπερνά την Ελλάδα

Η φορολόγηση της εργασίας παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς κάθε χώρα διατηρεί την αυτονομία της στον καθορισμό των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών. H Ελλάδα κατατάσσεται συχνά στις υψηλότερες θέσεις όσον αφορά την πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας.

Ο δείκτης της Eurostat: «πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία (implicit tax rate on labour)» αποτυπώνει τη συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας. Στον υπολογισμό του περιλαμβάνονται ο φόρος εισοδήματος από εργασία, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και κάθε άλλη υποχρεωτική επιβάρυνση που συνδέεται με το εισόδημα από εργασία.

Σύμφωνα με το νέο Policy Brief του ΚΕΦΙΜ με τίτλο: «Η πραγματική φορολόγηση στην κατανάλωση και την εργασία», η Ελλάδα κατέγραψε το 2023 τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανάλυση βασίζεται στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας και εξετάζει τη διαχρονική εξέλιξη της πραγματικής φορολόγησης στη χώρα μας σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 στο 40,5%, επίπεδο που κατατάσσει τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Ιταλία.

Στην ίδια κατηγορία υψηλής επιβάρυνσης βρίσκονται η Αυστρία, το Βέλγιο και η Γαλλία, ενώ τις χαμηλότερες επιβαρύνσεις στην εργασία εμφανίζουν χώρες όπως η Βουλγαρία, η Μάλτα, η Κροατία και η Λετονία.

Η επίδοση της Ελλάδας υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες και αποτυπώνει μια διαρθρωτική μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

Το χρονικό της σταδιακής αύξησης των φορολογικών βαρών

Το 2012 φαίνεται να αποτελεί σημείο καμπής. Ο δείκτης για την Ελλάδα αυξάνεται απότομα στο 39,5%, δηλαδή κατά +4,5 μονάδες σε σχέση με το 2009, ενώ την ίδια χρονιά η ΕΕ βρισκόταν στο 37,6%. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα μόλις σε τρία χρόνια κατέγραψε υψηλότερο συντελεστή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με διαφορά περίπου +1,9 μονάδων, αντανακλώντας την ανάγκη για μεγάλη επιβάρυνση της εργασίας στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το 2015, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα μειώνεται ελαφρά στο 37,3%, παραμένοντας όμως υψηλότερη από το 2009 κατά +2,3 μονάδες. Η ΕΕ βρισκόταν στο 37,9%, οπότε εκείνη τη χρονιά η Ελλάδα υπολείπεται οριακά, μόλις κατά –0,6 μονάδες.

Εντούτοις, η σύγκριση με το 2009 καταδεικνύει ότι το φορολογικό βάρος στην εργασία έχει αυξηθεί με σχετική σταθερότητα.

Το 2019 η εικόνα αλλάζει ξανά. Η Ελλάδα φτάνει στο 40,2%, με τον συντελεστή να είναι αυξημένος κατά +5,2 μονάδες σε σχέση με το 2009 και κατά +2,9 μονάδες σε σχέση με το 2015. Ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώθηκε στο 37,6%, δηλαδή κατά περίπου +2,6 μονάδες χαμηλότερα. Την περίοδο αυτή η εργασία στην Ελλάδα έχει  επιβαρυνθεί φορολογικά περισσότερο από ό,τι στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το 2023 ο δείκτης για την Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 40,5%, σχεδόν ίδιος με τα επίπεδα του 2019 και ελαφρώς χαμηλότερος από την κορύφωση του 2022, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απρόβλεπτη αύξηση του πληθωρισμού που έσπρωξε τα φυσικά πρόσωπα σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες, χωρίς να έχει αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων τους.

Σε σύγκριση με το 2009, η αύξηση ανέρχεται σε +5,5 μονάδες, ενώ την ίδια χρονιά, η ΕΕ βρισκόταν στο 37,0%. Με άλλα λόγια η Ελλάδα φορολογεί την εργασία κατά +3,5 μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση

Αντίστοιχα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο 17,8%, επίπεδο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της Ένωσης, ωστόσο η σύγκριση με το 2009 καταδεικνύει μια σαφή μετακίνηση από καθεστώς χαμηλής φορολόγησης της κατανάλωσης σε καθεστώς υψηλότερης και παγιωμένης επιβάρυνσης.

Το Policy Brief αναδεικνύει ότι, παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή. Βασικοί παράγοντες είναι ο πληθωρισμός, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag), που μετακινεί φορολογούμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης.

Άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους

Τα πρόσφατα μέτρα αναμόρφωσης της φορολογικής κλίμακας που τίθενται σε εφαρμογή από το 2026 αντιμετωπίζουν εν μέρει το πρόβλημα της υψηλής φορολόγησης της εργασίας ωστόσο μια πιο ουσιαστική και διαρθρωτική λύση θα απαιτούσε την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας, ιδίως στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια, αναφέρει το ΚΕΦΙΜ.

Παρότι η μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44% από τα 40.000 στα 60.000 ευρώ το 2026 περιορίζει εν μέρει το πρόβλημα, η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή.

Συμπερασματικά «η μετατόπιση του φορολογικού βάρους στην εργασία και την κατανάλωση, και η διατήρηση της σχετικά υψηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης κυρίως στην εργασία, καταδεικνύουν πως η δημοσιονομική προσαρμογή στην κρίση στηρίχθηκε και διατηρήθηκε μετά από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια στην άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA