Το Ιράν, ο Κόλπος και το υψηλό ρίσκο μιας παρατεταμένης κρίσης

Απουσία σαφούς τελικής στόχευσης και εν μέσω ισχυρών αναταράξεων στη διεθνή οικονομία, ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν συνεχίζεται για δεύτερη εβδομάδα χωρίς στρατηγική εξόδου, ενόσω ο Κόλπος και οι αραβικές μοναρχίες του συνεχίζουν να επωμίζονται το κύριο βάρος των αντιποίνων της Τεχεράνης.

Περιλαμβάνουν επιθέσεις όχι μόνο κατά αμερικανικών βάσεων και στόχων, αλλά και κατά ενεργειακών υποδομών, ναυτιλιακών οδών και αεροπορικών δικτύων, απειλώντας όχι μόνο την περιφερειακή σταθερότητα, αλλά και το οικονομικό κεφάλαιο, καθώς και την εικόνα ασφαλείας που οι αραβικές πετρομοναρχίες του Κόλπου έχουν χτίσει τα τελευταία χρόνια.

Το σκηνικό απέχει παρασάγγας από τον προηγούμενο «Πόλεμο των 12 ημερών» που εξαπέλυσε πρώτα το Ισραήλ και στη συνέχεια οι ΗΠΑ, βομβαρδίζοντας τον περασμένο Ιούνιο τις κύριες ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Τότε, οι αντεπιθέσεις του Ιράν είχαν στραφεί κατά του Ισραήλ.

Τώρα προφανής στόχος του θεοκρατικού καθεστώτος -που δίνει αγώνα επιβίωσης- είναι η διασπορά του κόστους του πολέμου στους περιφερειακούς συμμάχους της Ουάσιγκτον και η άσκηση πιέσεων στην κυβέρνηση Τραμπ να σταματήσει την στρατιωτική επίθεση, καθώς το τίμημα γίνεται όλο και πιο υψηλό.

Ήδη οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα στρατηγικό και οικονομικό σοκ.

Και όχι μόνο λόγω αναστολής λειτουργίας στρατηγικών διυλιστηρίων και της μείωσης της παραγωγής πετρελαίου -στη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ- ή την προσωρινή διακοπή της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ.

Για τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), η χρονική συγκυρία συμπίπτει με τις προσπάθειες του οικονομικού μετασχηματισμού τους.

Με φιλόδοξα σχέδια όπως το «Όραμα 2030» της Σαουδικής Αραβίας, επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα και να εξελιχθούν σε κέντρα επενδύσεων, τουρισμού, διεθνούς εμπορίου και τεχνητής νοημοσύνης.

Όμως αυτές οι στρατηγικές βασίζονται σε μια βασική προϋπόθεση: τη σταθερότητα. Και αυτή η προϋπόθεση καταρρέει.

Από τα Στενά του Ορμούζ, έως το «μοντέλο του Ντουμπάι»

Το πιο άμεσο πλήγμα προέρχεται από την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, από τις κρισιμότερες θαλάσσιες οδούς της παγκόσμιας οικονομίας.

Περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου περνά από αυτό το στενό πέρασμα, που έχει de facto κλείσει.

Οι επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας είναι ήδη αισθητές.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να οδηγήσει το Μπρεντ ακόμη και πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι.

Σε ένα ακραίο σενάριο παρατεταμένου αποκλεισμού, θα μπορούσε να αγγίξει ακόμη και τα 200 δολάρια, προκαλώντας παγκόσμια οικονομική ύφεση.

Στο μεσοδιάστημα, οι ιρανικές επιθέσεις και τα κλεισίματα εναέριου χώρου πλήττουν έναν άλλο κρίσιμο πυλώνα της οικονομίας των χωρών του Κόλπου: τις αερομεταφορές και το διεθνές εμπόριο.

Αεροπορικοί κόμβοι όπως το Ντουμπάι και η Ντόχα, από τους σημαντικότερους παγκοσμίως για διεθνείς πτήσεις, έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν ή να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους

Για οικονομίες που έχουν επενδύσει τεράστια κεφάλαια για να γίνουν παγκόσμιοι κόμβοι μεταφορών και logistics, η εξέλιξη αυτή -συνοδεία εικόνων εγκλωβισμένων τουριστών- αποτελεί στρατηγικό πλήγμα.

Το Ντουμπάι αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι μεγάλος παραγωγός πετρελαίου, το ίδιο το εμιράτο έχει μετατραπεί σε διεθνές κέντρο τουρισμού, εμπορίου και υπηρεσιών, με το πετρέλαιο να αντιπροσωπεύει μόλις ένα μικρό ποσοστό των εσόδων του.

Αυτό το μοντέλο, όμως, βασίζεται σε ένα στοιχείο: την αίσθηση ασφάλειας, που έχει πια κλονιστεί.

Σε ένα φαινόμενο ντόμινο, αυτό επηρεάζει επίσης την ικανότητα προσέλκυσης επενδύσεων και του απαραίτητου εργατικού δυναμικού από το εξωτερικό.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος των τροφίμων στην περιοχή εισάγεται μέσω θαλάσσιων οδών που σήμερα βρίσκονται υπό απειλή.

Εάν η σύγκρουση παραταθεί, ο κίνδυνος ελλείψεων δεν μπορεί να αποκλειστεί, ενώ ο βομβαρδισμός εργοστασίου αφαλάτωσης στο Μπαχρέιν αναδεικνύει το νερό ως έτερο δυνητικά μεγάλο περιφερειακό διακύβευμα του πολέμου.



Ο Κόλπος μπροστά σε στρατηγικά διλήμματα

Μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπα με δύσκολα στρατηγικά διλήμματα.

Από τη μία πλευρά, παραμένουν στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, φιλοξενώντας κρίσιμες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις.

Από την άλλη, γνωρίζουν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή και την ίδια την οικονομική τους βάση.

Γι’ αυτό και η διπλωματία ίσως αποτελέσει το σημαντικότερο εργαλείο τους στην επόμενη φάση.

Μια κοινή πρωτοβουλία των χωρών του Κόλπου για αποκλιμάκωση, πιθανόν σε συντονισμό με άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα παράθυρο διαλόγου μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και μια διέξοδο από την κρίση.

Το διακύβευμα άλλωστε δεν είναι μόνο η ασφάλεια της περιοχής και των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Είναι το ίδιο το μέλλον του οικονομικού μετασχηματισμού των πετρελαϊκών μοναρχιών του Κόλπου.

Μεσοπρόθεσμα, θεωρείται βέβαιο ότι οι χώρες της περιοχής θα επενδύσουν σε μια αξιόπιστη περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας, καθώς ο πόλεμος έχει αποκαλύψει την ευπάθεια των υφιστάμενων υποδομών, αλλά και τα όρια της προστασίας από τις ΗΠΑ.

Ως ζητούμενο αναδεικνύεται η οικοδόμηση μιας επαρκούς αποτρεπτικής δύναμης τόσο απέναντι σε ένα αποσταθεροποιημένο Ιράν, όσο και σε ένα όλο και πιο επιθετικό Ισραήλ, που διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή, ενόσω η Ουάσιγκτον προωθεί την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ προς ομαλοποίηση των σχέσεων του Τελ Αβίβ με τα αραβικά κράτη.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο οι βαθύτερες αιτίες του πολέμου παραμείνουν άλυτες, θα ανοίξουν νέοι κύκλοι κρίσεων, σε μια περιοχή που καλείται να προσαρμοστεί σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο γεωπολιτικό τοπίο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA