Ευρώπη: Εργατικό δυναμικό «γερασμένο», μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών και περισσότερο άγχος

Το 1990, όταν το Eurofound ξεκίνησε την πρώτη ευρωπαϊκή έρευνα για τις συνθήκες εργασίας (EWCS), η αγορά εργασίας στην Ευρώπη παρουσίαζε ένα σχετικά ομοιόμορφο τοπίο. Ο τυπικός εργαζόμενος ήταν πιθανότατα ένας νεαρός άνδρας σε ένα εργοστάσιο της Δυτικής Ευρώπης, που «χτυπούσε κάρτα» για μια τυπική βάρδια από τις εννέα έως τις πέντε.

Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας ανερχόταν στο 55% και, ακόμη και το 2005, το 40% των εργαζομένων δήλωνε ότι δεν χρησιμοποιούσε ποτέ υπολογιστή στην εργασία του. Ήταν ένας κόσμος τυπικής απασχόλησης, που χαρακτηριζόταν από συμβάσεις αορίστου χρόνου και ένα νεότερο, αυξανόμενο εργατικό δυναμικό.

Αυτό το μήνα, το Eurofound δημοσιεύει τη νέα συνοπτική έκθεση της έρευνας του 2024, για έναν κόσμο εργασίας που έχει αναστατωθεί από την ψηφιοποίηση, τις δημογραφικές μεταβολές και τις παγκόσμιες κρίσεις. Καλύπτοντας 35 χώρες – συμπεριλαμβανομένων των 27 κρατών μελών της ΕΕ, των Δυτικών Βαλκανίων, της Νορβηγίας και της Ελβετίας – τα στοιχεία του 2024 αποκαλύπτουν ένα εργατικό δυναμικό που είναι μεγαλύτερης ηλικίας, με μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών και που αντιμετωπίζει παράγοντες άγχους άγνωστους στην προηγούμενη γενιά. Το 1990, λιγότερο από το 20% των ατόμων ηλικίας 60-64 ετών παρέμεναν στην απασχόληση· σήμερα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε σχεδόν 50%, γεγονός που αντανακλά μια κοινωνία που όχι μόνο ζει περισσότερο, αλλά και εργάζεται περισσότερο.

Προοπτικές επαγγελματικής ζωής – Πόσο σημαντικό είναι ένα καλό ωράριο εργασίας

Στον πίνακα που ακολουθεί, εργαζόμενοι από τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ, συν την Νορβηγία, απαντούν στο ερώτημα πόσο σημαντικό είναι να έχουν ένα καλό ωράριο εργασίας.

Όπως μπορεί να δει κανείς, συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά μέσο όρο, το 65% θεωρεί πολύ σημαντικό ένα καλό ωράριο εργασίας, το 30% πιστεύει πως είναι σχετικά σημαντικό, ενώ μόνο το 1% απάντησε πως δεν είναι καθόλου σημαντικό.

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα περισσότεροι από 7 στους δέκα (71%) εργαζόμενους/ες δηλώνουν ότι είναι πολύ σημαντικό για αυτούς/ές να έχουν ένα καλό ωράριο εργασίας, το 25% – μικρότερο ποσοστό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – πιστεύει πως είναι σχετικά σημαντικό και μόνο το 1% είπε πως δεν είναι καθόλου σημαντικό.

Ο ψηφιακός και φυσικός μετασχηματισμός της εργασίας στην Ευρώπη

Πολλά έχουν ειπωθεί για την υπαρξιακή απειλή που συνιστά η τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, τα ευρήματα του Eurofound δείχνουν μια εξέλιξη που βασίζεται στις εργασιακές δραστηριότητες και όχι μια μαζική αντικατάσταση του ανθρώπινου εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη. Τα στοιχεία αμφισβητούν την απλοϊκή άποψη περί αντικατάστασης θέσεων εργασίας από την AI. Ενώ το 30% των εργαζομένων αναφέρει ότι η τεχνολογία έχει καταργήσει ορισμένες εργασίες, πάνω από το 40% δηλώνει πως, στην πραγματικότητα, έχει προσθέσει νέες εργασίες στα καθήκοντά τους. Με λίγα λόγια, δεν βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της εργασίας, αλλά στην εντατικοποίησή της.

Επιπλέον, η έρευνα αποκαλύπτει ένα αναδυόμενο νέο χάσμα μεταξύ των φύλων στον χώρο εργασίας: οι γυναίκες όλων των ηλικιακών ομάδων είναι επί του παρόντος λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης σε σύγκριση με τους άνδρες. Εάν η Ευρώπη επιθυμεί να παραμείνει ανταγωνιστική, πρέπει να διασφαλίσει ότι η τεχνολογία χρησιμοποιείται με τρόπο που να ενισχύει την εργασία – αυξάνοντας την αυτονομία αντί να περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια των εργαζομένων – και ότι οι ευκαιρίες που συνδέονται με την τεχνολογική πρόοδο ωφελούν όλους.

Η ποιότητα του χρόνου εργασίας αποτελεί, συνολικά, μια θετική είδηση για την Ευρώπη. Οι εβδομάδες με πολλές ώρες εργασίας είναι πλέον σπανιότερες, ενώ η ευελιξία αποτελεί πια βασική προσδοκία. Το ποσοστό των εργαζομένων που δεν έχουν καμία επιρροή στη διαμόρφωση του χρόνου εργασίας τους μειώνεται. Ωστόσο, παραμένει ένα βαθύ χάσμα στις προτιμήσεις. Ακόμη και μεταξύ όσων εργάζονται μια τυπική εβδομάδα 35 έως 40 ωρών, το 30% δηλώνει ότι θα προτιμούσε να μειώσει τις ώρες εργασίας του, αν δεν υπήρχαν οικονομικοί περιορισμοί.

Τηλεργασία, καθιστική στάση και καύσωνες

Εντάσεις είναι επίσης ορατές μετά το «μεγάλο πείραμα» της πανδημίας με την τηλεργασία. Ενώ οι ρυθμίσεις εξ αποστάσεως και υβριδικής εργασίας έχουν σταθεροποιηθεί σε περίπου 20% του εργατικού δυναμικού, η ασαφής διαχωριστική γραμμή έχει δημιουργήσει νέους κινδύνους. Η αυξημένη σύγκρουση μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι εμφανής μεταξύ των εργαζομένων που δουλεύουν με τηλεργασία κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους. Η δυσκολία να αποσυνδεθούν και να σταματήσουν να ανησυχούν για τη δουλειά αποτελεί μια πρόκληση για την ψυχική υγεία, που σπάνια υπήρχε στην εποχή του εργοστασιακού «κουδουνιού» από τις εννέα έως τις πέντε.

Οι φυσικοί κίνδυνοι του 20ού αιώνα – ασθένειες που συνδέονται με την εξόρυξη, όπως η πυριτίαση, και ο βιομηχανικός θόρυβος –  έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει. Στη θέση τους έχουν εμφανιστεί πιο ύπουλες απειλές. Η παρατεταμένη καθιστική στάση αποτελεί πλέον πρωταρχικό πρόβλημα υγείας, το οποίο επηρεάζει πάνω από το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη και έχει επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη ευημερία. Οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις των χεριών και των βραχιόνων παραμένουν ένα επίμονο πρόβλημα, το οποίο αναφέρει το 60% των ερωτηθέντων σε τομείς που κυμαίνονται από τη μεταποίηση έως τον τομέα της φροντίδας.

Ανησυχητική είναι επίσης η εμφάνιση κλιματικών συνθηκών εργασίας. Από το 1990, το ποσοστό των εργαζομένων που εκτίθενται σε θερμότητα αρκετά έντονη ώστε να προκαλεί εφίδρωση – ακόμη και όταν παραμένουν ακίνητοι – έχει αυξηθεί δραματικά. Αυτό αποτελεί όλο και περισσότερο την πραγματικότητα για τους εργαζόμενους στον κατασκευαστικό, τον αγροτικό και τον τομέα των μεταφορών. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη στη νότια και ανατολική Ευρώπη, παρέχοντας εμπειρικά στοιχεία για το πώς η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνει φυσικά τον χώρο εργασίας. Για τους εργαζόμενους που συλλέγουν φρούτα εν μέσω καύσωνα, οι κίνδυνοι είναι εξίσου απτοί με οποιονδήποτε βιομηχανικό κίνδυνο του παρελθόντος.

Σύγκλιση, διαίρεση και το μέλλον

Η διεύρυνση της ΕΕ αποτελεί μια ιστορία ανοδικής σύγκλισης. Όταν προσχώρησαν 10 κράτη μέλη το 2004, οι διαφορές ήταν τεράστιες, με περισσότερες ώρες εργασίας (κατά μέσο όρο 44 την εβδομάδα) και πιο ιεραρχική διοίκηση. Σήμερα, αυτά τα χάσματα έχουν σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί, κυρίως χάρη στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για τον χρόνο εργασίας, την υγεία και την ασφάλεια.

Πολλά «νεότερα» κράτη μέλη, όπως οι χώρες της Βαλτικής, πρωτοστατούν στην κατεύθυνση ενός εργατικού δυναμικού με μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ των φύλων. Αυτό αντανακλάται επίσης στο υψηλότερο ποσοστό γυναικών σε διευθυντικές θέσεις, με την Εσθονία και τη Λετονία να είναι οι μόνες χώρες της ΕΕ που έχουν επιτύχει αναλογία 50/50.

Ωστόσο, εμφανίζονται νέες διαχωριστικές γραμμές. Η πανδημία ανέδειξε ένα έντονο χάσμα μεταξύ των θέσεων εργασίας που επιτρέπουν την τηλεργασία και των δύο τρίτων του εργατικού δυναμικού που παραμένει στην πρώτη γραμμή και στα εργοστάσια. Πολλοί από τους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή αντιμετωπίζουν τις χειρότερες συνθήκες: υψηλή ένταση, χαμηλή αυτονομία και έλλειψη αναγνώρισης. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτά τα επαγγέλματα και οι τομείς αντιμετωπίζουν συχνά οξεία έλλειψη εργατικού δυναμικού. Εάν θέλουμε να προσελκύσουμε ξανά εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ή των μεταφορών, η αίσθηση ότι κάνουν χρήσιμη εργασία δεν αρκεί· η ποιότητα της εργασίας, συμπεριλαμβανομένου του μισθού, πρέπει να ανταποκρίνεται στην κοινωνική σημασία.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί τον Οδικό Χάρτη για τις ποιοτικές θέσεις εργασίας και προετοιμάζει έναν σχετικό νόμο, η νέα έκθεση παρέχει τα απαραίτητα σημεία αναφοράς για τις επικείμενες πολιτικές συζητήσεις. Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας αποτελεί ένα σύνθετο, πολυδιάστατο έργο που δεν περιορίζεται μόνο στο ζωτικό ζήτημα της δίκαιης αμοιβής. Ενώ οι επαρκείς μισθοί αποτελούν το θεμέλιο κάθε ποιοτικής θέσης εργασίας, τα στοιχεία του Eurofound δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι αποδίδουν επίσης τεράστια αξία σε άλλες πτυχές της απασχόλησής τους. Η βελτίωση αυτών των πτυχών δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι δαπανηρή.

Σε τομείς όπου τα οικονομικά περιθώρια είναι στενά, η αύξηση της ευελιξίας του χρόνου εργασίας – όπως η παροχή στους εργαζομένους της δυνατότητας να προσαρμόζουν τις ώρες έναρξης και λήξης της εργασίας τους ή κάποιας ευελιξίας για την ανταλλαγή βάρδιας – μπορεί να έχει μετασχηματιστικό χαρακτήρα. Αυξάνοντας το ποσοστό των εργαζομένων που έχουν κάποια επιρροή στα ωράριά τους, μπορούμε να μετριάσουμε τον αντίκτυπο των δύσκολων συνθηκών εργασίας σε άλλες διαστάσεις. Εστιάζοντας και στις επτά διαστάσεις της ποιότητας της εργασίας, από το φυσικό περιβάλλον έως την αυτονομία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής – συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων – μπορούν να συνεργαστούν ώστε να καταστήσουν την ευρωπαϊκή εργασία όχι μόνο πιο παραγωγική, αλλά και πιο βιώσιμη μακροπρόθεσμα.

Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας παραμένει ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής προόδου. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τη διαμόρφωση ενός νομοθετικού και κοινωνικού πλαισίου στην Ευρώπη, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός κόσμου μετά την πανδημία, ο οποίος διαμορφώνεται από την ψηφιακή τεχνολογία. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι να μετατρέψουμε αυτά τα δεδομένα τεσσάρων δεκαετιών σε ένα μέλλον της εργασίας που θα είναι δίκαιο, ασφαλές και πραγματικά κατάλληλο για τον σκοπό του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA