ΕΛΣΤΑΤ: Μειώνεται η πραγματική κατανάλωση – Πληθωριστικός τζίρος και απώλειες για τους «μικρούς»

Μια αγορά πολλών ταχυτήτων αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανεμπόριο το πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς η ακρίβεια αναπροσαρμόζει τον χάρτη της κατανάλωσης. Μπορεί να μη ζούμε ακόμα τον «θάνατο του εμποράκου» – που όλο προαναγγέλλεται και όλο αναβάλλεται, ζούμε όμως την αργή φθορά των μικρομάγαζων. Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι οι μεγάλοι χαμένοι για άλλη μια φορά, αφού ο τζίρος μετατοπίζεται στους ισχυρούς παίκτες της αγοράς και στα καταστήματα με είδη πρώτης ανάγκης. Οι κερδισμένοι είναι οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ ισχυρή μείωση της κατανάλωσης είδαν και τα πρατήρια βενζίνης.

Όπως σημειώνει η ανάλυση του Ινστιτούτου της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ), η  ονομαστική αύξηση του τζίρου, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών, δηλαδή στον πληθωρισμό,  και όχι στην πώληση περισσότερων προϊόντων.

Σε πραγματικές-αποπληθωρισμένες τιμές, σημειώνεται μείωση της κατανάλωσης, ιδίως στο παραδοσιακό λιανεμπόριο, π.χ. σε ένδυση-υπόδηση.  Η πλέον ανησυχητική εξέλιξη, σύμφωνα με το ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ,  έγκειται στο γεγονός ότι η επιβράδυνση/υποχώρηση του κύκλου εργασιών σε πραγματικούς όρους φαίνεται να παγιώνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Πληθωριστικός τζίρος

Τα νούμερα που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ φαίνονται, με την πρώτη ματιά, ικανοποιητικά. Ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο έφτασε τα 17,11 δισεκατομμύρια ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 16,58 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, με ονομαστική αύξηση 3,2%.

Όμως αν λάβουμε υπόψιν ότι ο μέσος πληθωρισμός κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 κινήθηκε στο 3%, τότε η αύξηση του τζίρου δεν αντικατοπτρίζει πραγματική ανάπτυξη, αλλά κυρίως ανεβασμένες τιμές. Αγοράζουμε τα ίδια ή και λιγότερα προϊόντα, πληρώνοντας περισσότερα. Και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού λιανεμπορίου.

Ένα δεύτερο στοιχείο που οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν είναι ότι τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου της ΕΛΣΤΑΤ περιλαμβάνουν μόνο ένα μικρό μέρος των πληθωριστικών αυξήσεων, που ξεκίνησαν τον Μάρτιο με την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ και έκτοτε βαίνουν ανοδικά.

Τρίτος καθοριστικός παράγοντας, είναι οι διαφοροποιήσεις στα μεγέθη και το είδος των εμπορικών επιχειρήσεων. Αν αφαιρέσουμε τους κλάδους των τροφίμων-καυσίμων-οχημάτων, τότε η συνολική αύξηση του κύκλου εργασιών στο λιανεμπόριο υποχωρεί στο 2,2%.

Εξακολουθεί, δηλαδή, να υπολείπεται του πληθωρισμού και αποτυπώνει τη μείωση του όγκου κατανάλωσης. Γι’αυτό και το ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ κάνει λόγο για υποχώρηση των πωλήσεων κατά -0,8% σε πραγματικές τιμές.

Μικρές επιχειρήσεις – μεγάλες απώλειες

Η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη αν εστιάσουμε στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Όπως καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ, στο σύνολό τους, οι ΜμΕ του λιανεμπορίου είδαν τον τζίρο τους να αυξάνεται κατά ένα ισχνό 1,1% — 9,58 δισ. ευρώ έναντι 9,48 δισ. ευρώ πέρυσι. Σε πραγματικές, αποπληθωρισμένες τιμές, βλέπουμε μείωση των πωλήσεων κατά -1,5%

Για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις — αυτές που απασχολούν έως 10 άτομα και έχουν ετήσιο τζίρο μέχρι 2 εκατ. ευρώ — τα νούμερα γυρνούν σε αρνητικό έδαφος: Έχουμε πτώση 0,1% σε σχέση με πέρυσι. Χωρίς τρόφιμα, καύσιμα και οχήματα, η πτώση φτάνει το -0,2%. Η ονομαστική μείωση αντιστοιχεί σε ακόμα μεγαλύτερη πτώση των πραγματικών πωλήσεων, κατά -3,1%

Οι μικρές επιχειρήσεις (έως 50 άτομα και έσοδα έως 10 εκατ. ευρώ) τα πάνε κάπως καλύτερα, αλλά όχι και πολύ. Είχαν αύξηση τζίρου μόλις 0,4% συνολικά. Όταν αφαιρεθούν τα τρόφιμα, τα οχήματα και τα καύσιμα, η εικόνα βελτιώνεται αισθητά, στο +2,8%, αλλά και πάλι είναι χαμηλότερη του πληθωρισμού.

Οι λίγοι κερδισμένοι

Σε αντίθετη κατεύθυνση κινούνται οι μεσαίες επιχειρήσεις —εκείνες με προσωπικό έως 250 άτομα και έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο τζίρος τους εκτοξεύτηκε κατά 7,4% το α΄ τρίμηνο του 2026. Αν αφαιρεθούν τα τρόφιμα, τα καύσιμα και τα οχήματα, η αύξηση φτάνει το 8,3% – δηλαδή 5,3% σε πραγματικές τιμές. Α

Είναι, βέβαια, σημαντικό να επισημανθεί ότι πρόκειται για έναν μικρό αριθμό επιχειρήσεων. Ο συνολικός τζίρος τους ανέρχεται σε 1,5 δισ. ευρώ, έναντι 5,36 δισ. ευρώ που αθροίζουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις μόνες τους. Ο αντίκτυπός τους στην αγορά, ωστόσο, είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τον αριθμό τους  και η δυναμική τους φανερώνει πόσο βαθιά έχει αλλάξει το τοπίο στο λιανεμπόριο.

Αντίστοιχα, οι μεγάλες επιχειρήσεις,  χωρίς τα τρόφιμα-καύσιμα-οχήματα, είχαν  ονομαστική αύξηση τζίρου 4,4%, που μειώνεται στο 1,1% σε πραγματικές τιμές.

EΛΣΤΑΤ

Τα σούπερ μάρκετ στον «θρόνο»

Ένας κανόνας που επιβεβαιώνεται σε περιόδους οικονομικής πίεσης είναι ότι τα σούπερ μάρκετ αντέχουν και κερδίζουν. Το α΄τρίμηνο του 2026 δεν αποτελεί εξαίρεση.

Οι πωλήσεις τροφίμων και ποτών στα σούπερ μάρκετ ενισχύθηκαν κατά 6,2%, φτάνοντας τα 4,68 δισ. ευρώ από 4,40 δισ. ευρώ πέρυσι. Τα τρόφιμα, ως κατεξοχήν ανελαστική δαπάνη, είναι τα τελευταία που θα «κόψει» ο καταναλωτής.  Κι αυτά θα φροντίσει να τα προμηθευθεί πρωτίστως από τις μεγάλες αλυσίδες, κυνηγώντας προσφορές και private label προϊόντα, εις  βάρος των μικρών εξειδικευμένων καταστημάτων.

Ακόμα όμως και εντός των σουπερμάρκετ, υπάρχει μετατόπιση της ζήτησης στα απολύτως απαραίτητα. Οι πωλήσεις των λοιπών κατηγοριών, τα λεγόμενα bazaar προϊόντα (είδη ένδυσης, υπόδησης, οικιακού εξοπλισμού κλπ), υποχώρησαν κατά 4,5%, στα 579,45 εκατ. ευρώ από 606,88 εκατ. ευρώ πέρυσι. Ο καταναλωτής πάει στο σούπερ μάρκετ, βάζει στο καλάθι μόνο ό,τι χρειάζεται για το τραπέζι — και τίποτα παραπάνω.

Αρτοποιεία, ιχθυοπωλεία, πρατήρια, στο κόκκινο

Η συρρίκνωση της αγοραστικής ζήτησης δεν σταματά στα μικρά παντοπωλεία και τα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων. Τα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία σημείωσαν πτώση πωλήσεων κατά -4,4% – αξιοσημείωτη, αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για προϊόντα πρώτης ανάγκης. Τα ιχθυοπωλεία κατέγραψαν μείωση -1,9%, ενώ τα εξειδικευμένα καταστήματα ποτών έπεσαν κατά -4,7%.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πτώση κατά -1,2% στα πρατήρια καυσίμων. Δεδομένου ότι οι τιμές βενζίνης τον Μάρτιο αυξήθηκαν σημαντικά, εν μέρει λόγω της έντασης στον Περσικό Κόλπο, οι υποχώρηση του τζίρου σημαίνει ότι οι ποσότητες που αγοράστηκαν μειώθηκαν αισθητά. Οι Έλληνες οδηγοί, με άλλα λόγια, οδηγούν λιγότερο ή στρέφονται σε εναλλακτικές λύσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA