Ο μύθος της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας: Πώς οι εταιρικοί κολοσσοί έγιναν τράπεζες εις βάρος των εργαζομένων

Σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο, από τις πολυτελείς αίθουσες συνεδριάσεων των Βρυξελλών μέχρι τους αυστηρούς διαδρόμους εξουσίας στην Ουάσιγκτον, κυριαρχεί ένα γνώριμο, επίμονο και εξαιρετικά ανησυχητικό αφήγημα. Πολιτικοί ηγέτες, τεχνοκράτες, κεντρικοί τραπεζίτες και κορυφαίοι παράγοντες του επιχειρηματικού κόσμου προειδοποιούν αδιάκοπα ότι οι σύγχρονες οικονομίες έχουν χάσει την ανταγωνιστικότητά τους.

Η εξήγηση που προσφέρουν, συνήθως με περισπούδαστο ύφος, είναι σχεδόν πανομοιότυπη σε κάθε περίπτωση: οι μισθοί παραμένουν υπερβολικά υψηλοί, το κόστος εργασίας είναι δυσβάσταχτο για το κεφάλαιο και το ρυθμιστικό πλαίσιο κρίνεται υπερβολικά ασφυκτικό.

Η εμμονή στη συρρίκνωση του εργατικού κόστους καταστρέφει συστηματικά την παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών κολοσσών

Η θεραπεία που προτείνεται ως μονόδρομος για την έξοδο από την οικονομική στασιμότητα είναι η περαιτέρω υποτίμηση της εργασίας, η ελαστικοποίηση των σχέσεων απασχόλησης και η σαρωτική απορρύθμιση της αγοράς.

Διαβεβαιώνουν, μάλιστα, ότι εάν γίνει η εργασία ακόμα πιο φθηνή και χαλαρώσουν οι κανόνες, οι ιδιωτικές επενδύσεις θα επιστρέψουν μαζικά, φέρνοντας μαζί τους την πολυπόθητη ανάπτυξη και την ευημερία.

Αυτή η διάγνωση, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα. Σε ένα εξαιρετικά διεισδυτικό άρθρο που δημοσιεύεται στο δίκτυο Social Europe, η διακεκριμένη οικονομολόγος Μαριάνα Μαζουκάτο αποδομεί πλήρως το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο αφήγημα.

Πώς η κερδοσκοπία των επιχειρήσεων διαλύει την πραγματική ευρωπαϊκή οικονομία

Βασιζόμενη σε μια νέα, εκτεταμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC), η ερευνητική της ομάδα ακολούθησε τη διαδρομή του χρήματος για να ελέγξει αυτήν ακριβώς την υπόθεση.

Ανέλυσαν εξονυχιστικά τα οικονομικά αρχεία των 300 μεγαλύτερων εισηγμένων, μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών της Ευρώπης σε βάθος 25ετίας. Τα ευρήματα που προέκυψαν είναι καταπέλτης. Εδώ και δύο ολόκληρες δεκαετίες, το κεφάλαιο παραμένει άφθονο και εξαιρετικά φθηνό, ενώ τα εταιρικά κέρδη καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ.

Παρόλα αυτά, οι παραγωγικές επενδύσεις, η παραγωγικότητα και οι πραγματικοί μισθοί βρίσκονται σε απόλυτη στασιμότητα. Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο: το πραγματικό εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη δεν ήταν ποτέ η τιμή της εργασίας, αλλά ο στρεβλός τρόπος με τον οποίο κατανέμεται και αξιοποιείται το διαθέσιμο κεφάλαιο.

Από παραγωγοί, οιονεί τράπεζες

Η έρευνα αναδεικνύει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι μεγάλες επιχειρήσεις καταφέρνουν να διατηρούν εξαιρετικά υγιή περιθώρια κέρδους για τους μετόχους τους, την ίδια ακριβώς στιγμή που οι πραγματικές, παραγωγικές τους δραστηριότητες συρρικνώνονται δραματικά. Οι εταιρικοί κολοσσοί της Ευρώπης κερδίζουν πλέον τα προς το ζην λειτουργώντας ολοένα και περισσότερο ως οιονεί χρηματοπιστωτικοί δρώντες, γυρίζοντας την πλάτη στην πραγματική παραγωγή. Συλλέγουν τεράστια ποσά από τόκους ομολόγων, κρατικών χρεογράφων και χρηματιστηριακών παραγώγων, εισπράττουν θηριώδη μερίσματα και, όλως παραδόξως, λειτουργούν πλέον ως πιστωτές, δανείζοντας τους ίδιους τους πελάτες τους. Έχουν υποκαταστήσει, δηλαδή, τον ρόλο των τραπεζών, αντί να επικεντρώνονται στον φυσικό τους ρόλο ως παραγωγοί αγαθών, τεχνολογίας και υπηρεσιών.

Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτής της μετάλλαξης, οι πληρωμές προς τους μετόχους έχουν αυξηθεί με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τα ίδια τα λειτουργικά κέρδη που υποτίθεται ότι τις χρηματοδοτούν. Το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο της μελέτης είναι ότι ο μη χρηματοπιστωτικός εταιρικός τομέας στην Ευρώπη όχι μόνο αποταμιεύει πλέον πολύ περισσότερα από όσα επενδύει, αλλά από το 2009 και έπειτα, έχει μετατραπεί σε καθαρό δανειστή της υπόλοιπης οικονομίας. Πρόκειται για μια ιστορική, όσο και εξαιρετικά επικίνδυνη, αναστροφή του παραδοσιακού του ρόλου, καθώς ιστορικά οι επιχειρήσεις δανείζονταν για να επενδύσουν και να παραγάγουν.

Η κατάρρευση των παραγωγικών επενδύσεων

Όταν τα κέρδη των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών εταιρειών διοχετεύονται συστηματικά σε επιθετικές επαναγορές μετοχών, υπέρογκα μερίσματα και πολύπλοκα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, αντί να κατευθύνονται στην παραγωγή και την καινοτομία, το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκώς αυξανόμενο κοινωνικό κόστος. Καθώς οι αποδόσεις του παραγωγικού κεφαλαίου μειώνονται, καθίσταται πολύ πιο ελκυστικό, άκοπο και βραχυπρόθεσμα κερδοφόρο για τις διοικήσεις των εταιρειών να τοποθετούν κάθε επιπλέον ευρώ στον χρηματιστηριακό τζόγο παρά στην κατασκευή ενός νέου εργοστασίου ή στη χρηματοδότηση ενός νέου ερευνητικού προγράμματος.

Ανάμεσα στις 300 κορυφαίες εταιρείες που εξετάστηκαν, το παραγωγικό κεφάλαιο βρίσκεται σε κατάσταση καθαρής εξάντλησης. Σε ολόκληρο τον μη χρηματοπιστωτικό εταιρικό τομέα της Ευρώπης, ο καθαρός σχηματισμός κεφαλαίου έχει μειωθεί κυριολεκτικά στο μισό ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2000, κατρακυλώντας από το 3,7% στο αναιμικό 1,6%. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο απογοητευτική αν αναλογιστεί κανείς ότι για κάθε ένα ευρώ κέρδους που αποκόμισαν αυτές οι επιχειρήσεις, το μερίδιο που επανεπενδύθηκε –καθαρό από αποσβέσεις– σε νέες παραγωγικές ικανότητες σημείωσε ελεύθερη πτώση, κατακρημνιζόμενο από το 18,9% το 2000 στο πενιχρό 7,4% το 2024. Η Ευρώπη, πρακτικά, αποβιομηχανίζεται εκ των έσω.

Οι εργαζόμενοι ως «θύματα» της κερδοφορίας

Αυτή η συνεχιζόμενη, αχαλίνωτη χρηματοοικονομική συσσώρευση έχει πληρωθεί πολύ ακριβά από τους ίδιους τους εργαζομένους. Το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό εισόδημα της πραγματικής οικονομίας –εξαιρουμένων των τομέων της χρηματοδότησης, της ασφάλισης, των ακινήτων και του ευρύτερου δημόσιου τομέα– είναι σήμερα αισθητά χαμηλότερο από ό,τι ήταν το 2000, ενώ εξακολουθεί να ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία σε αρκετές μεγάλες και ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες.

Τα στοιχεία για τις απολύσεις είναι αποκαλυπτικά. Περισσότερα από τα δύο τρίτα των εταιρειών που μπήκαν στο μικροσκόπιο της έρευνας είχαν ανακοινώσει προγράμματα επιθετικής αναδιάρθρωσης τα τελευταία χρόνια, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο 2,7 εκατομμύρια ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας. Το πιο εξοργιστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι σχεδόν το 80% αυτών των ανακοινώσεων για μαζικές απολύσεις και συρρίκνωση προσωπικού προήλθε από επιχειρήσεις που κατέγραψαν υπέρογκα κέρδη την ίδια ακριβώς χρονιά. Η ζοφερή πραγματικότητα που αναδύεται είναι ότι οι θέσεις εργασίας δεν περικόπηκαν ως αναγκαία απάντηση σε οικονομικές ζημιές ή επιχειρηματικές κρίσεις, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ψυχρά ως μια στυγνή χρηματιστηριακή τακτική για την περαιτέρω και τεχνητή αύξηση των αποδόσεων των μετόχων. Σε διάστημα ενός τετάρτου του αιώνα, τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό από τους μισθούς. Τα τεράστια οικονομικά οφέλη από δύο δεκαετίες αδιάκοπης κερδοφορίας κατέληξαν αποκλειστικά στους κατόχους του κεφαλαίου, εγκαταλείποντας στη μοίρα τους τους ανθρώπους που μόχθησαν για να τα παραγάγουν.

Απόσπαση αξίας και κρατικές επιδοτήσεις

Αυτό το βαθιά ριζωμένο δομικό πρόβλημα αντανακλά την αδυσώπητη λογική της χρηματιστικοποίησης που έχει κυριαρχήσει παγκοσμίως. Πρόκειται για μια διαδικασία που βασίζεται σε μια θεμελιωδώς εσφαλμένη αντίληψη, η οποία αδυνατεί πλέον να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στη δημιουργία πραγματικής αξίας και την απλή, παρασιτική απόσπασή της. Η σύγχρονη οικονομική ορθοδοξία φαίνεται να έχει λησμονήσει πλήρως τη διάκριση ανάμεσα στα κέρδη που προκύπτουν από την πραγματική παραγωγική διαδικασία και τις προσόδους που εξασφαλίζονται αποκλειστικά μέσω της ιδιοκτησίας και των χρηματιστηριακών τεχνασμάτων. Εάν δεν διορθώσουμε συλλογικά αυτό το μοιραίο θεωρητικό και πρακτικό ελάττωμα, η πορεία θα είναι προδιαγεγραμμένη: οι τεράστιοι κίνδυνοι που συνοδεύουν την καινοτομία θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν αποκλειστικά την κοινωνία –κοινωνικοποίηση του κινδύνου μέσω των φορολογουμένων και της κρατικής έρευνας– την ώρα που οι οικονομικές ανταμοιβές θα ιδιωτικοποιούνται από έναν ολοένα και πιο στενό κύκλο.

Όλα αυτά δεν αποτελούν, φυσικά, μια αναπόδραστη φυσική νομοτέλεια. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων και οι φορολογικοί κώδικες επέτρεψαν αυτή την εκτροπή. Το καθήκον των σύγχρονων κυβερνήσεων δεν είναι να ρίχνουν απλώς φθηνό χρήμα στην αγορά, ελπίζοντας ότι θα επενδυθεί. Η πολιτεία οφείλει να αλλάξει ριζικά τους όρους με τους οποίους το κεφάλαιο αναπτύσσεται. Αυτό σημαίνει την επιβολή αυστηρών, δεσμευτικών προϋποθέσεων (conditionality) σε κάθε μορφή κρατικής στήριξης, απαιτώντας δημόσιες επενδύσεις που θα μοιράζονται δίκαια την τελική ανταμοιβή, και όχι μόνο το ρίσκο.

Το παράδειγμα της NASA και η πράσινη μετάβαση

Απαιτείται επειγόντως μια σύγχρονη, προσανατολισμένη σε αποστολές βιομηχανική στρατηγική. Το κράτος δεν πρέπει να επιλέγει τους νικητές, αλλά να καθοδηγεί πρόθυμους εταίρους προς την επίλυση μεγάλων κοινωνικών προκλήσεων. Το ιστορικό παράδειγμα είναι σαφές: Η διαστημική υπηρεσία NASA, όταν σχεδίαζε την αποστολή στο φεγγάρι το 1969, δεν δίστασε να επιβάλει ρήτρες «αποφυγής υπερβολικού κέρδους» στους ιδιώτες εργολάβους της. Αυτό δεν αποθάρρυνε την καινοτομία. Αντιθέτως, δημιούργησε ένα οικοσύστημα που έλυσε τεράστια πρακτικά προβλήματα και πυροδότησε ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη σε δεκάδες κλάδους πίσω στη Γη.

Σήμερα, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει την υπαρξιακή απειλή της κλιματικής αλλαγής, η οποία απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του τρόπου που παράγουμε ενέργεια, που χτίζουμε και που μετακινούμαστε. Σε αυτή την κολοσσιαία πράσινη μετάβαση, οι εργαζόμενοι πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Μια περιβαλλοντική πολιτική που δεν εγγυάται τη δημιουργία ασφαλών, ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας είναι καταδικασμένη να χάσει την κοινωνική και πολιτική νομιμοποίησή της. Όπως απέδειξε η σκληρή απεργία των Αμερικανών εργαζομένων στην αυτοκινητοβιομηχανία στα τέλη του 2023, τα συνδικάτα και οι εργαζόμενοι δεν είναι απλοί θεατές, αλλά πρέπει να αποτελέσουν τον βασικό πυλώνα της νέας θεσμικής υποδομής της οικονομίας.

Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Αν θέλουμε να αποφύγουμε την πλήρη κατάρρευση της παραγωγικής μας βάσης, χρειαζόμαστε ένα νέο, ισχυρό κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους, των επιχειρήσεων και της μισθωτής εργασίας. Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον ίδιο τον αντικειμενικό σκοπό της οικονομίας – αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλούσε «τέλος» της πόλεως. Μόνο εάν δώσουμε την απαραίτητη προσοχή στον τρόπο που αλληλεπιδρά το δημόσιο με το ιδιωτικό κεφάλαιο, μπορούμε να ελπίζουμε σε μια δίκαιη μετάβαση. Η πραγματική ανταγωνιστικότητα δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε αντίθεση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η κρίσιμη επιλογή που έχουμε μπροστά μας είναι ξεκάθαρη: θα συνεχίσουμε να συντηρούμε ένα παρασιτικό μοντέλο που επιβραβεύει τη χρηματιστηριακή απόσπαση πλούτου, ή θα αποφασίσουμε επιτέλους να χτίσουμε από κοινού τα στέρεα θεμέλια μιας βιώσιμης, πραγματικής και δίκαιης ευημερίας.

  • Η Μαριάνα Μαζουκάτο είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο UCL και ιδρυτική διευθύντρια του Ινστιτούτου Καινοτομίας και Δημόσιου Σκοπού (IIPP)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA