Αλαλούμ και με τη μερική απασχόληση: 20% δείχνει ο ΕΦΚΑ, 5% η ΕΛΣΤΑΤ

Εκτός από τα ποσοστά ανεργίας, που αποτελούν έναν μόνιμο στατιστικό πονοκέφαλο, με τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ, σύγχυση επικρατεί και με τα στοιχεία για τη μερική απασχόληση.

Αν δει κανείς τις σχετικές εκθέσεις της Eurostat, που βασίζονται στις  ρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι ουραγός στη μερική απασχόληση, με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Η τελευταία συγκεντρωτική έκθεση της Εurostat (δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, με στοιχεία ως και τον Δεκέμβριο του 2024) εμφανίζει τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2%, έναντι 17,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Σε αναμονή της επικαιροποιημένης έκθεσης, που θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο του 2026, μια πιο πρόσφατη εικόνα δίνουν τα ετήσια στοιχεία για την απασχόληση το 2025. Από το σύνολο των εργαζομένων στην Ελλάδα (ηλικίας 20-64 ετών), μόλις λίγο περισσότεροι από 220.000 δήλωναν μερικώς ή προσωρινά απασχολούμενοι, αριθμός που αναλογεί στο 5,1% του εργατικού δυναμικού των περίπου 4,3 εκατομμυρίων.

Τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία εμφανίζουν τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2% – πηγή: Εurostat – επεξεργασία Euronews

Το 20,23% των ασφαλισμένων έχουν μόνο μερική απασχόληση – πηγή: e-ΕΦΚΑ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Πάνω από 20% η μερική απασχόληση ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου

Όμως τα τελευταία στοιχεία του e-EΦΚΑ για την απασχόληση των ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφουν περισσότερα από 540.000 άτομα που έχουν μόνο μερική απασχόληση, σε σύνολο 2.767.000 μισθωτών. Πρόκειται για το 20,23% της συνολικής απασχόλησης. Όπως διευκρινίζει η έκθεση, το συγκεκριμένο νούμερo δεν ταυτίζεται με το συνολικό ποσοστό μερικών απασχολήσεων, αφού υπάρχουν εργαζόμενοι που κάνουν δύο ή περισσότερες δουλειές, πλήρους και μερικής απασχόλησης ταυτόχρονα.

Φυσικά οι δύο εκθέσεις δεν μετράνε τα ίδια πράγματα. Η ΕΛΣΤΑΤ, και κατ’ επέκταση η Εurostat, αναφέρονται στο σύνολο των εργαζομένων, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος, άνω του 28% είναι αυτοαπασχολούμενοι με ή χωρίς προσωπικό (αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες) ή βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο e-EΦΚΑ καταγράφει τους απασχολούμενους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και άλλοι συμβασιούχοι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ κ.λπ. Ακόμα και αν λάβουμε υπ’όψιν τα παραπάνω, η απόσταση ανάμεσα στους 220.000 και στο μισό εκατομμύριο μερικώς απασχολούμενους, είναι αβυσσάλεα.

Με μερική απασχόληση το 43% των νέων προσλήψεων

Η εικόνα μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν κοιτάζουμε τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη» για το ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων. Η τελευταία έκθεση για τις «Ροές Μισθωτής Απασχόλησης στον Ιδιωτικό Τομέα» (Μάιος 2026), δείχνει ότι πάνω από τέσσερις στις δέκα προσλήψεις (43,2%) αφορά μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Τα παραπάνω στοιχεία αναλύει διεξοδικά νέα έρευνα της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), από τον καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλο. Όπως αναφέρει, τον Μάιο σε σύνολο 368.429 νεοπροσληφθέντων εργαζομένων, 209.265 άτομα προσλήφθηκαν για πλήρη απασχόληση (ποσοστό 56,8%), ενώ 159.164  άνθρωποι (ποσοστό 43,2%) προσλήφθηκαν για μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Εξετάζοντας συνδυαστικά τους πίνακες του e-EΦΚΑ και του Εργάνη, η ΕΝΥΠΕΚΚ διαπιστώνει ότι η πλειονότητα των μερικώς ή εκ περιτροπής απσχολούμενων που προσλήφθηκαν τον Μάιο, καλούνται να ζήσουν με 472 ευρώ καθαρά – ή έστω, ανεπαισθήτως υψηλότερα μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού από 1-4-2026. Πρόκειται για ποσό κάτω από το επίσημο κατώφλι της φτώχειας (585 ευρώ τον μήνα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι στη χώρα μας το μοντέλο του εργαζόμενου φτωχού (working poor), που δε μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες με τον μισθό του, είναι κάθε άλλο παρά μειοψηφικό.

«Συνεπώς, επειδή το ποσοστό των μερικώς απασχολουμένων είναι σχεδόν πάντα πάνω από το 21% σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, ενώ το μηνιαίο ποσοστό τους κυμαίνεται γύρω στο 43-46% (το οποίο μάλιστα αυξάνεται κατά την τουριστική περίοδο σε πολύ υψηλά ποσοστά) σύμφωνα με το Π/Σ «Εργάνη», είναι προφανές ότι η συνολική μερική απασχόληση στην Ελλάδα «ζει και βασιλεύει» και ασφαλώς είναι πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (17,1% το 2024)», τονίζει ο καθηγητής Αλέξης Μητρόπουλος.

Μήπως υπάρχει εικονική μερική απασχόληση;

Η απόκλιση των στοιχείων για τη μερική απασχόληση μεταξύ Εurostat-ΕΛΣΤΑΤ και e-EΦΚΑ, εκτός από τη διαφορετική μεθοδολογία, πιθανόν οφείλεται και στα υψηλά ποσοστά της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας.

Η Εurostat στηρίζεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey), μια δειγματοληπτική έρευνα όπου ο ίδιος ο εργαζόμενος δηλώνει αν θεωρεί τη βασική του εργασία πλήρους ή μερικής απασχόλησης, με βάση τις ώρες που πραγματικά εργάζεται σε σύγκριση με έναν αντίστοιχο πλήρως απασχολούμενο. Ο e-EΦΚΑ αντίθετα καταγράφει τον τύπο σύμβασης που έχει δηλωθεί επίσημα στο ασφαλιστικό σύστημα. Αν μια σύμβαση έχει καταχωρηθεί ως «μερικής απασχόλησης», προσμετράται εκεί ανεξάρτητα από το τι δηλώνει ο ίδιος ο εργαζόμενος για τις πραγματικές ώρες εργασίας του.

Στην Ελλάδα είναι ευρέως τεκμηριωμένο το φαινόμενο εργαζομένων που δηλώνονται επίσημα με σύμβαση μερικής απασχόλησης, συχνά για λίγες ώρες την ημέρα, ενώ στην πράξη εργάζονται με πλήρες ωράριο, με το υπόλοιπο τμήμα του μισθού να καταβάλλεται ανεπίσημα. Αυτό βολεύει τον εργοδότη ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά δημιουργεί μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι δηλώνεται στον ΕΦΚΑ και στο τι θα δήλωνε ο ίδιος ο εργαζόμενος αν τον ρωτούσε ερευνητής της ΕΛΣΤΑΤ για τις πραγματικές του ώρες εργασίας. Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας μπορεί να περιόρισε αλλά δεν εξάλειψε αυτό το φαινόμενο.

Τέλος, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ αποτελούν στιγμιότυπο των ενεργών συμβάσεων σε μια δεδομένη στιγμή, ενώ η Eurostat βασίζεται σε δειγματοληψία που εξομαλύνει εποχικές διακυμάνσεις μέσα στο έτος. Αυτό έχει σημασία ιδίως για την Ελλάδα, όπου η τουριστική περίοδος δημιουργεί έντονες αυξομειώσεις στις μερικές και εκ περιτροπής συμβάσεις.

Η Ελλάδα στη «μεσογειακή ομάδα» της εργασιακής ανασφάλειας

Η μερική, εκ περιτροπής ή προσωρινή απασχόληση είναι μορφές εργασιακής ανασφάλειας. Έρευνα του Euronews, βασισμένη σε στοιχεία της Eurofound, κατατάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με την υψηλότερη «ακούσια μη τυποποιημένη απασχόληση»,  δηλαδή εργασία σε προσωρινές, μερικής απασχόλησης ή ευέλικτες συμβάσεις που δεν αποτελεί επιλογή αλλά ανάγκη λόγω απουσίας σταθερών εναλλακτικών.

Η Ιταλία βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κατάταξης, με σχεδόν έναν στους πέντε εργαζομένους σε ακούσια ελαστική απασχόληση. Ακολουθεί η Ισπανία με 17%, ενώ η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ελλάδα καταγράφουν όλες ποσοστά πάνω από 12%. Πρόκειται για μια σαφή «μεσογειακή ομάδα», η οποία μαζί με τη Φινλανδία διαφοροποιείται πλήρως από πιο εύπορες χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Δανία ή η Ολλανδία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μόλις στο 4% με 5%.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA