Τα κρατικά ομόλογα και οι αποδόσεις τους είναι από τους βασικότερους οικονομικούς δείκτες συνολικότερων οικονομικών τάσεων. Αυτό εξηγεί και την ανησυχία που έχει προκαλέσει η άνοδος των αποδόσεών τους. Στις 15 Σεπτεμβρίου η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου ανέβηκε στο 5,04%, που είναι η υψηλότερη απόδοση από τον Ιούλιο του 2007. Η απόδοση στα δεκαετή ιαπωνικά ομόλογα ανέβηκε στο 3,04%, το υψηλότερο επίπεδο εδώ και 30 χρόνια. Στη Μεγάλη Βρετανία η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έφτασε το 5,4%. Την ίδια ώρα ο επικεφαλής της Fed Κέβιν Γουόρς δέχεται έντονες πιέσεις να μην ακολουθήσεις τις προτροπές του Τραμπ και να αυξήσει το επιτόκιο.
Πώς λειτουργούν τα ομόλογα – αντίστροφη σχέση τιμής και απόδοσης
Τυπικά τα ομόλογα αποτελούν τη βασικότερη μορφή κρατικού δανεισμού. Το επιτόκιο τους ορίζει το ποσό που θα αποπληρωθεί όταν έρθει η στιγμή – μετά από πέντε, δέκα ή τριάντα χρόνια. Ωστόσο, όσοι αγοράζουν ομόλογα συνήθως στη συνέχεια τα πωλούν στη δευτερογενή αγορά. Με βάση την τιμή ενός ομόλογου ρυθμίζεται η απόδοσή του. Όταν ανεβαίνει η τιμή ενός ομολόγου, τότε η απόδοση μειώνεται, γιατί αυτός που το αγοράζει είναι διατεθειμένος να πληρώσει παραπάνω, άρα να πάρει μικρότερη αύξηση των χρημάτων που κατέβαλε. Όταν υποχωρεί η τιμή ενός ομολόγου, η απόδοση αυξάνεται, ο αγοραστής πληρώνει λιγότερα τώρα, άρα θα έχει μεγαλύτερη αύξηση στο τέλος.
Η τιμή ενός ομολόγου αντανακλά την πρόβλεψη για την κατάσταση της οικονομίας του κράτους που το εξέδωσε. Αυτό έχει να κάνει με το πώς εκτιμά κανείς ότι θα κινηθεί ο πληθωρισμός – άρα και η πραγματική αξία του ομολόγου στο τέλος – αλλά και τα επιτόκια, εάν αυτά πρόκειται να αυξηθούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποδόσεις αυξάνουν όταν εκτιμάται ότι υπάρχει μεγάλος οικονομικός ή δημοσιονομικός κίνδυνος στον ορίζοντα.
Παρότι οι αποδόσεις διαμορφώνονται στη δευτερογενή αγορά, επιδρούν και στη διαμόρφωση των επιτοκίων που έχουν τα ομόλογα όταν εκδίδονται, άρα και του συνολικού κόστους δανεισμού. Εάν οι αποδόσεις παγιώνονται σε ένα εύρος, τότε και το προσφερόμενο επιτόκιο σε νέα ομόλογα θα πρέπει και αυτό να ακολουθήσει ανοδική πορεία.


Τα ομόλογα και ο ρόλος τους στην παγκόσμια οικονομία
Για να καταλάβουμε τις δυναμικές των κρατικών ομολόγων θα πρέπει να καταλάβουμε τη θέση τους στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα.
Τα ομόλογα αποτελούν τη βάση των χαρτοφυλακίων αρκετών χρηματοοικονομικών φορέων. Θεωρούνται μια εξαιρετικά ασφαλής επένδυση, αφού τα κράτη στο τέλος πάντα μπορούν να «τυπώσουν χρήμα» και να αποπληρώσουν ένα ομόλογο (εξαίρεση εδώ, όπως βιώσαμε οδυνηρά στη χώρα μας, τα κράτη της Ευρωζώνης, όπου δεν υπάρχει εθνικό «εκδοτικό δικαίωμα» και όπου με τεχνικούς όρους υπάρχει δυνατότητα χρεοκοπίας). Αυτό είναι σημαντικό καταρχάς για χρηματοοικονομικούς οργανισμούς όπως τα ασφαλιστικά ταμεία, που είναι από τους μεγαλύτερους παίκτες στην αγορά ομολόγων (και έχουν ισχυρές ρήτρες που τα υποχρεώνουν να αναζητούν ασφαλείς τοποθετήσεις). Τα ομόλογα επίσης είναι χρήσιμα για τη δημιουργία «ασφαλών» επενδυτικών προϊόντων από χρηματοοικονομικές εταιρείες που θέλουν να απευθυνθούν σε οργανισμούς όπως τα ασφαλιστικά ταμεία. Αντίστοιχα, όλες οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων πάντα θέλουν και ομόλογα στο μίγμα. Και βέβαια τα κρατικά ομόλογα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις τράπεζες αφού τα χρησιμοποιούν πολλαπλά ως εχέγγυα σε όλες τις πρακτικές διατραπεζικού δανεισμού ή δανεισμού από την κεντρική τράπεζα στις οποίες επιδίδονται.
Η παγκόσμια αύξηση του δημοσίου χρέους
Όλα αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, εάν αναλογιστούμε τη διαρκή αύξηση του κρατικού δανεισμού παγκοσμίως, άρα και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους, αλλά και του όγκου του κοινωνικού πλούτου που παραμένει «παρκαρισμένος» στη χρηματοοικονομική σφαίρα. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι λόγοι που έχει αυξηθεί παγκοσμίως το δημόσιο χρέος είναι κατά βάση δύο. Από τη μια οι κυβερνήσεις έχουν φανεί απρόθυμες να αυξήσουν τη φορολογία ιδίως στις ανώτερες εισοδηματικές κατηγορίες. Ως αποτέλεσμα κατά μέσο όρο τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ παρέμειναν σταθερά στο περίπου 35% του ΑΕΠ. Από την άλλη, νέες ανάγκες δημόσιας χρηματοδότησης προέκυψαν, πρωτίστως ως προς τις αλλεπάλληλες επιχειρήσεις «διάσωσης» των τραπεζών και ευρύτερα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα είχαμε μια αύξηση του ποσοστού του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ, ιδίως στην περίοδο 2007-2012, αλλά και πιο πρόσφατα στην περίοδο της πανδημίας. Όμως, μεγαλύτερο δημόσιο χρέος σημαίνει και υψηλότερο ετήσιο κόστος τοκοχρεολυσίων σε αυτό. Ενδεικτικά, η ετήσια δαπάνη τοκοχρεολυσίων στο ομοσπονδιακό αμερικανικό χρέος έχει φτάσει στο 1,38 τρισεκατομμύρια δολάρια, και ένα ποσοστό 4,3% του αμερικανικού ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό από το 1997.


Η τομή των νέων πληθωριστικών τάσεων
Τώρα ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι μετά την οικονομική κρίση του 2008, υπήρξε μια γενικότερη τάση αποπληθωρισμού αλλά και εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων. Αυτό επιτάθηκε και από τις πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης που επιλέχτηκαν και παγιώθηκαν είτε για να αποφευχθεί ενδεχόμενη κατάρρευση τραπεζικών συστημάτων είτε για να υπάρχει φτηνό χρήμα για τις επιχειρήσεις και να υπάρξει εντονότερη ανάπτυξη. Οριακά αυτό σήμαινε ακόμη και αρνητικά πραγματικά επιτόκια.
Η τάση αυτή θα αντιστραφεί μόνο με την επιστροφή του πληθωρισμού μετά από την πανδημία και την ύφεση που υπήρξε στην πρώτη φάση της με τα περιοριστικά μέτρα. Σταδιακά, οι κεντρικές τράπεζες θα προσπαθήσουν να ανεβάσουν επιτόκια ως μέτρο για τη συγκράτηση του πληθωρισμού παράλληλα με την ελπίδα ότι αυτός θα ήταν συγκυριακός και θα αφορούσε πρωτίστως τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες που προκλήθηκαν από την «απότομη» ανάκαμψη της ζήτησης μετά το τέλος των περιοριστών μέτρων.
Ωστόσο, φάνηκε ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν ήταν ένα συγκυριακό φαινόμενο. Πρώτο ο πόλεμος στην Ουκρανία και στη συνέχεια ο πόλεμος που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν έχουν φέρει μεγάλες αναστατώσεις στις ενεργειακές ροές, ιδίως σε σχέση με τα στενά του Ορμούζ. Έπειτα, φάνηκε ότι αντιμέτωπες με αδυναμία για τομές στην παραγωγικότητα αρκετές επιχειρήσεις επέλεξαν να αυξήσουν τιμές για να διατηρήσουν υψηλά περιθώρια λειτουργικών κερδών, κάτι που σε αρκετές χώρες οδήγησε σε μια κρίση κόστους ζωής. Ο συνδυασμός ανάμεσα στην αύξηση του κόστους παραγωγής και την αδυναμία μεγάλων τομών στην παραγωγικότητα, συνέβαλε στον τωρινό πληθωριστικό κύκλο, που όλα δείχνουν ότι θα συνεχιστεί.
Το πρόβλημα είναι ότι απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα οι κυβερνήσεις και οι διοικήσεις των κεντρικών τραπεζών παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια παραδοσιακή αντίληψη για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού που έγκειται στην αύξηση των επιτοκίων. Είναι η λογική που λέει ότι το ακριβότερο κόστος δανεισμού θα οδηγήσει σε οικονομική ύφεση, αυτή θα επιβάλει στις επιχειρήσεις τις απολύσεις προσωπικού, απολύσεις που θα υπονομεύσουν τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, θα συγκρατήσουν τις αποδοχές και άρα δεν θα υψωθούν και οι τιμές των προϊόντων. Βεβαίως το πρόβλημα είναι διπλό: αφενός το πιο πιθανό είναι τέτοιες πρακτικές απλώς να οδηγήσουν στο συνδυασμό οικονομικής στασιμότητας και πληθωρισμού, αφετέρου δεν είναι δεδομένο ότι οι κυβερνήσεις θα ήθελαν να οδηγήσουν τις οικονομίες σε υφεσιακό κύκλο. Χαρακτηριστική εδώ η προτίμηση του Ντόναλντ Τραμπ στα χαμηλά επιτόκια και τον φτηνό δανεισμό ως μοχλό για την ανάκαμψη της οικονομίας – συμπεριλαμβανομένων μεγάλων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη που είναι ένας από τους τομείς όπου η αμερικανική οικονομία όντως αναπτύσσεται.


Οξύνονται οι αντιφάσεις της παγκόσμιας οικονομίας
Την ίδια στιγμή, όμως, η επιμονή του πληθωρισμού και η απουσία ορατής εξόδου από τις γεωπολιτικές εντάσεις που αυτή τη στιγμή τον ενισχύουν θα συνεχίσει να ασκεί πίεση και στα ομόλογα. Αυτό με τη σειρά όχι μόνο θα διαμορφώνει πίεση για υψηλότερα επιτόκια αλλά και θα αυξάνει το κόστος δανεισμού των κρατών σε μια συγκυρία που οι αναπτυγμένες οικονομίες έχουν μια διαρκή αύξηση του κόστους ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Το χρέος των ΗΠΑ είναι σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, έχοντας περάσει και το κατώφλι των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ακόμη και σε χώρες των G7 όπως η Γαλλία για πρώτη φορά το ζήτημα του χρέους μπαίνει στη δημόσια συζήτηση, όχι μόνο ως ανάγκη περιοριστικών πολιτικών, όπως είναι η «ορθόδοξη» αντιμετώπιση, αλλά και πιο ριζοσπαστικών προτάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ η συζήτηση για το χρέος στη Γαλλική προεκλογική εκστρατεία με τον Μελανσόν να σπάει το ταμπού, τολμώντας να μιλήσει για διαγραφή ενός μέρους του γαλλικού δημοσίου χρέους.
Και βέβαια ο μεγάλος κίνδυνος είναι η επιστροφή σε περιοριστικές πολιτικές εν μέσω αυξημένου ενεργειακού κόστους που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια πιο μείζονα οικονομική κρίση και μάλιστα εντός μιας κοινωνικής συγκυρίας που ήδη σφραγίζεται από έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια και εκλογική αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας.
Όλα αυτά απλώς υπογραμμίζουν τα εύρος των προβλημάτων της παγκόσμιας οικονομίας, ιδίως όταν αναφερόμαστε στις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίας: μεγάλες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες που ακόμη δεν έχουν οδηγήσει σε τομές στην παραγωγικότητα και όπου η αύξηση της κερδοφορίας που έχουν φέρει έχει πολύ περισσότερο να κάνει με αυξήσεις της αποτίμησης των επενδύσεων που έχουν κάνει σε εταιρείες ΑΙ, παρά αυξημένες κερδοφόρες πωλήσεις, υπερσυσσώρευση πλούτου στη χρηματοοικονομική σφαίρα, μεγάλες γεωπολιτικές ρήξεις με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις, κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις χωρίς πραγματικό σχέδιο για την αντιμετώπιση φαινομένων όπως ο πληθωρισμός. Μένει να δούμε πότε πότε αυτές οι αντιφάσεις θα γίνουν όντως εκρηκτικές.
