Η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στον Νίγηρα και η ρήξη των σχέσεων της χώρας με τη Γαλλία και τη Δύση άλλαξαν ριζικά τον χάρτη των προμηθειών ουρανίου για την Ευρώπη.
Η κρατικοποίηση της SOMAÏR, της μεγαλύτερης εταιρείας εξόρυξης ουρανίου της χώρας, η οποία μέχρι πρότινος ελεγχόταν κατά 63,4% από τον γαλλικό πυρηνικό όμιλο Orano, οδήγησε σε πολυετή δικαστική αντιπαράθεση και δημιούργησε αβεβαιότητα για μία από τις σημαντικότερες πηγές τροφοδοσίας της ευρωπαϊκής πυρηνικής βιομηχανίας.
Η κρίση κορυφώθηκε όταν η κυβέρνηση του Νίγηρα ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας και ανακοίνωσε την πρόθεσή της να την κρατικοποιήσει, με την Orano να προσφεύγει στο Διεθνές Κέντρο Διακανονισμού Επενδυτικών Διαφορών (ICSID). Το δικαστήριο διέταξε τη Νιαμέι να μην προχωρήσει σε πώληση ή μεταβίβαση του ουρανίου που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις της SOMAÏR μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.
Παρά την απόφαση αυτή, στα τέλη Νοεμβρίου του 2025 περίπου 1.000 έως 1.050 τόνοι συμπυκνώματος ουρανίου, αξίας άνω των 170 εκατ. ευρώ, μεταφέρθηκαν από το ορυχείο του Άρλιτ χωρίς τη συγκατάθεση της Orano. Το συγκεκριμένο φορτίο αποτελεί σήμερα αντικείμενο έντονης νομικής διαμάχης, ενώ εκτιμάται ότι η συνολική διαφορά αφορά σχεδόν 100.000 τόνους ουρανίου.
Η Ευρώπη κάλυψε το κενό
Παρά την απώλεια του Νίγηρα ως βασικού προμηθευτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετώπισε πρόβλημα επάρκειας.
Το 2022 ο Νίγηρας κάλυπτε περίπου 2.975 τόνους ουρανίου, δηλαδή σχεδόν το 25% των ευρωπαϊκών εισαγωγών. Μέχρι το 2025, όμως, οι παραδόσεις κατέρρευσαν στους μόλις 33 τόνους, ποσοστό 0,23% των συνολικών αναγκών.
Την ίδια χρονιά, οι ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτρισμού προμηθεύτηκαν συνολικά 14.678 τόνους φυσικού ουρανίου, καλύπτοντας σχεδόν πλήρως το κενό που άφησε ο Νίγηρας.
Οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι από αυτή την αναδιάρθρωση ήταν ο Καναδάς και το Καζακστάν, που πλέον καλύπτουν περίπου το 57% των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού ουρανίου. Σημαντικό ρόλο εξακολουθούν να διαδραματίζουν επίσης η Αυστραλία, το Ουζμπεκιστάν και η Ρωσία, της οποίας το μερίδιο εμφανίζεται αυξημένο σε σχέση με το 2022.
Η πραγματική εξάρτηση
Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, δεν αφορά πλέον την εξόρυξη του ουρανίου αλλά τα επόμενα στάδια της πυρηνικής αλυσίδας.
Για να μετατραπεί το φυσικό ουράνιο σε καύσιμο κατάλληλο για χρήση στους πυρηνικούς αντιδραστήρες απαιτούνται διαδικασίες μετατροπής και εμπλουτισμού, στις οποίες η ρωσική Rosatom εξακολουθεί να κατέχει κυρίαρχη θέση διεθνώς.
Το 2025 οι εμπορικοί πυρηνικοί αντιδραστήρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποίησαν:
- 11.729 τόνους φυσικού ουρανίου
- 462 τόνους επανεπεξεργασμένου ουρανίου
- υπηρεσίες εμπλουτισμού συνολικού ύψους 9.112 μονάδων διαχωριστικής εργασίας (tSW).
Την ίδια χρονιά οι ευρωπαϊκές εταιρείες αγόρασαν συνολικά 12.130 tSW υπηρεσιών εμπλουτισμού.
Παρότι οι εγκαταστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάλυψαν περίπου 72,9% των αναγκών, η Ρωσία διατήρησε μερίδιο 22,6%, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθεί να αποτελεί βασικό κρίκο της ευρωπαϊκής πυρηνικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ένας μήνας ευρωπαϊκών αναγκών
Το αμφισβητούμενο φορτίο του Νίγηρα, περίπου 1.000 τόνοι ουρανίου, αντιστοιχεί σε περίπου έναν μήνα κατανάλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία χρησιμοποιεί περίπου 12.000 τόνους φυσικού ουρανίου ετησίως.
Η οικονομική του αξία είναι σημαντική, ωστόσο η πραγματική σημασία του είναι κυρίως γεωπολιτική, καθώς κάθε τόνος ουρανίου που συνοδεύεται από ασφαλείς συμβάσεις, αξιόπιστες μεταφορικές διαδρομές και δυνατότητα επεξεργασίας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αξία.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι την περίοδο 2026-2031 δύσκολα θα υπάρξει άμεση πώληση του επίμαχου φορτίου, καθώς το πιθανότερο σενάριο είναι μια μακρά περίοδος νομικών διεκδικήσεων και πολιτικών διαπραγματεύσεων.
Ο Νίγηρας αναμένεται να αξιοποιήσει τον φυσικό έλεγχο του ουρανίου ως διαπραγματευτικό χαρτί για να εξασφαλίσει οικονομικά ανταλλάγματα, νέες επενδύσεις και καλύτερους όρους στις μελλοντικές μεταλλευτικές συμβάσεις. Την ίδια στιγμή, τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα ενδέχεται να ενισχύσουν την παρουσία τους στη χώρα μέσω νέων συμφωνιών, αποφεύγοντας όμως να συνδέσουν τις επενδύσεις τους με το φορτίο που βρίσκεται υπό διεθνή νομική αμφισβήτηση.
Η κρίση στον Νίγηρα δεν προκάλεσε άμεσο κίνδυνο για την ηλεκτροπαραγωγή της Ευρώπης, καθώς υπήρχαν αποθέματα και εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Ανέδειξε, όμως, ένα βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να αντικαταστήσει σχεδόν πλήρως τον Νίγηρα ως προμηθευτή φυσικού ουρανίου, όμως δεν πέτυχε να μειώσει στον ίδιο βαθμό την εξάρτησή της από τη Ρωσία στα κρίσιμα στάδια της μετατροπής, του εμπλουτισμού και της παραγωγής πυρηνικού καυσίμου.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν έχασε το ουράνιο του Νίγηρα· έχασε έναν σημαντικό πυλώνα διαφοροποίησης του εφοδιασμού της, ενώ εξακολουθεί να βασίζεται σε μια πυρηνική αλυσίδα όπου η Μόσχα διατηρεί καθοριστική επιρροή.
