Στην Ελλάδα, που η εργάσιμη εβδομάδα είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη και το πραγματικό ωρομίσθιο το χαμηλότερο, η τετραήμερη εργασία μοιάζει με αντικατοπτρισμό στην έρημο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η τετραήμερη εργασία ήδη εφαρμόζεται με τη ρύθμιση για τη διευθέτηση εργάσιμου χρόνου. Για παράδειγμα μπορείς να δουλεύεις Δευτέρα ως Πέμπτη δέκα ώρες και να μη δουλεύεις Παρασκευή. Τα συνδικάτα και η αντιπολίτευση απαντούν ότι η ευελιξία αυτού του τύπου ισοδυναμεί με εντατικοποίηση και απλήρωτες υπερωρίες έναντι ρεπό. Η πρόταση για τετραήμερη εργασία, με 35ωρο χωρίς μείωση μισθού, έπεσε την άνοιξη στο τραπέζι από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως ιδιαίτερη επεξεργασία και προτετοιμασία. Η κυβέρνηση τη χαρακτήρισε ανεφάρμοστη και επικίνδυνη, οι εργοδοτικές ενώσεις των μικρομεσαίων αντέδρασαν αρνητικά. Οι εργαζόμενοι δεν πολυέδωσαν σημασία, αφού ήταν πολύ απασχολημένοι για να βγάλουν το μήνα, με υπερεργασία και υπερωρίες. Η ΓΣΕΕ, που κάποτε μιλούσε για 35ωρο χωρίς όμως να κάνει κάτι γι’αυτό, τώρα το έχει εγκαταλείψει ακόμα και ως σύνθημα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, εν όψει της ψήφισης του σ/ν Κεραμέως για το 13ωρο, κατέθεσε αντιπρόταση για εργάσιμη εβδομάδα 37,5 ωρών, στα πρότυπα της Ισπανίας. Τύπωσε μάλιστα και αφίσες για το 37,5ωρο στην πανελλαδική απεργία της 1ης Οκτωβρίου. Έκτοτε η τύχη του αιτήματος αγνοείται.


Ο τρίτος δρόμος για την τετραήμερη εργασία
Κι ενώ στην Ελλάδα συνδικαλιστές, κόμματα και εργοδοτικές ενώσεις ανταλλάσσουν άσφαιρα πυρά για το αν είναι ή δεν είναι εφικτή η τετραήμερη εργασία, σε μια σειρά χώρες (Ισλανδία, Βρετανία, Ισπανία κ.ά) το 35ωρο είναι ήδη πραγματικότητα, έστω σε πιλοτική βάση.
Στο Βέλγιο η τετραήμερη εργασία εφαρμόζεται από το 2022, όμως δεν έχει καμία σχέση με το 35ωρο, αφού συνδυάζεται με επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας. Κάτι παρόμοιοιο εισάγει στην Ελλάδα η ρύθμιση για τη «διευθέτηση χρόνου εργασίας», μια πρακτική που εμμέσως ισοδυναμεί με απλήρωτες υπερωρίες έναντι ρεπό.
Μια νέα πρόταση που έρχεται από την Ιταλία συνδέει τη μείωση του εργάσιμου χρόνου με την αύξηση της διάρκειας ζωής των παραγόμενων προϊόντων.
Η μελέτη τριών οικονομολόγων από τα πανεπιστήμια της Πίζας και του Μποκόνι του Μιλάνου έχει τον εύγλωττο τίτλο «Σταματήστε την πρόωρη απαξίωση: Λιγότερα σκουπίδια, λιγότερες ώρες δουλειάς, ίδιος μισθός».
Η επιστημονική «ντρίμπλα» των Ιταλών θυμίζει τη θεωρία του «τρίτου δρόμου προς τον σοσιαλισμό», που ασπάστηκε ο ιστορικός ηγέτης του ιταλικού ΚΚ και πατέρας του ευρωκομμουνισμού Ενρίκο Μπερλινγκούερ. Ούτε άγριος νεοφιλελευθερισμός με δουλειά μέχρι εξόντωσης αλλά ούτε και μαχητικές διεκδικήσεις για να πάρουν οι εργαζόμενοι πίσω μέρος της κλεμμένης υπεραξίας, κερδιζοντας περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Οι Ιταλοί οραματίζονται μια λύση win-win, που εργαζόμενοι και εργοδότες θα είναι ευχαριστημένοι.
Η διαψευσμένη προφητεία του Κέινς
Η μελέτη ξεκινά με την πρόβλεψη του οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς, πριν από έναν αιώνα, ότι η τεχνολογική πρόοδος θα οδηγούσε σήμερα σε εβδομάδα εργασίας 15 ωρών. Ο λόγος που η πρόβλεψη δεν επαληθεύθηκε είναι «επειδή τα μεγάλα τεχνολογικά οφέλη, αντισταθμίστηκαν από τη σημαντική συντόμευση του κύκλου ζωής των προϊόντων», υποστηρίζουν οι ερευνητές.
Η πρόταση που καταθέτουν μοιάζει εκ πρώτης όψεως απλή και εφαρμόσιμη. Παρουσιάζουν ένα μοντέλο πολιτικής για τη μείωση της «οικονομίας της μίας χρήσης», που χαρακτηρίζεται από τη γρήγορη αντικατάσταση των προϊόντων με νέα, συσσωρεύοντας τόνους σκουπίδια και σπαταλώντας κεφάλαιο και εργατοώρες.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μετάβαση σε μια οικονομία ανθεκτικότητας θα προκαλούσε «ένα θετικό σοκ παραγωγικότητας» στον τομέα που θα εφαρμοστεί. Εξετάζουν στη συνέχεια αν αυτό το σοκ μπορεί να επεκταθεί και σε άλλους τομείς, καθιστώντας εφικτή τη μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς να μειωθεί η ευημερία των καταναλωτών, η αμοιβή της εργασίας ή τα κέρδη.
Το παράδειγμα των απορρυπαντικών
Για να κάνουν το παράδειγμά τους κατανοτηό, οι ερευνητές δεν χρησιμοποιούν κάποιο διαρκές αγαθό αλλά ένα καταναλωτικό προϊόν, τα υγρά απορρυπαντικά. Ξεκινάνε με το υποθετικό σενάριο μιας νομοθετικής ρύθμισης που θα υποχρέωνε τους κατασκευαστές να διπλασιάζουν τη συγκέντρωση υγρού, ώστε το ίδιο μπουκάλι να προσφέρει διπλάσιες πλύσεις. Η αλλαγή αυτή δεν απαιτεί ιδιαίτερο τεχνολογικό κόστος, αφού ήδη κυκλοφορούν στην αγορά και συμπυκνωμένα και αραιωμένα προϊόντα. Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης επιλογής είναι ότι μοντελοποιείται ως ένα θετικό σοκ παραγωγικότητας σε έναν κλάδο, το οποίο στη συνέχεια διαχέεται στην υπόλοιπη οικονομία.
Το καλό σενάριο
Σε μια ελεύθερη οικονομία ένα πιο ανθεκτικό προϊόν θα σήμαινε μικρότερη ζήτηση για πρώτες ύλες, μεταφορές, κεφάλαιο και εργασία, άρα πτώση μισθών. Όμως στο υποθετικό σενάριο των συγγραφέων, επειδή η αλλαγή εφαρμόζεται οριζόντια και υποχρεωτικά, αρχικά αυξάνονται απότομα τα κέρδη, λόγω μείωσης του κόστους παραγωγής. Αυτό προσελκύει νέες επιχειρήσεις και οδηγεί σε συμπίεση τωντιμών προς τα κάτω. Τα νοικοκυριά εξοικονομούν χρήματα τα οποία μπορούν να κατευθυνθούν είτε σε άλλη κατανάλωση είτε σε λιγότερες ώρες δουλειάς. Και επειδή η παραγωγικότητα στον κλάδο της μεταποίησης ουσιαστικά διπλασιάζεται, μπορεί να δοθεί σημαντική αύξηση στην ωριαία αμοιβή χωρίς μεταβολή της συνολικής μισθολογικής δαπάνης.
Μείωση χρόνου εργασίας ως 35%
Στο ποσοτικό μοντέλο που κατασκευάζουν οι ερευνητές, βασισμένο χονδρικά στη διάρθρωση της ιταλικής οικονομίας, οι ώρες εργασίας στον δευτερογενή τομέα μειώνονται έως και 37% χωρίς απώλεια εισοδήματος. Δηλαδή μάνι μάνι επιτυγχάνεται το 25ωρο, προσεγγίζοντας το όραμα του Kέινς. Σε βάθος χρόνου έως το 2050 η μείωση του χρόνου εργασίας κυμαίνεται μεταξύ 30% και 35% ανάλογα με το πόσο από το πλεόνασμα παραγωγικότητας καταλήγει σε μισθούς και πόσο σε κέρδη. Ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό.
Το κουδούνι στην ουρά της γάτας
Οι ερευνητές παραδέχονται ότι η μετάβαση από την «οικονομία της μιας χρήσης» σε μια οικονομία ανθεκτικότητας δεν μπορεί να συμβεί αυτόματα. Καμία επιχείρηση δεν έχει κίνητρο να παράγει πιο ανθεκτικά προϊόντα μόνη της, όταν αυτό μπορεί να της κοστίσει μερίδιο αγοράς έναντι ανταγωνιστών που συνεχίζουν να πουλάνε φθηνά και βραχύβια προϊόντα. Ούτε είναι δεδομένο ότι το πλεόνασμα που θα δημιουργηθεί θα κατευθυνθεί στη μείωση του εργάσιμου χρόνου, χωρίς να μειωθούν οι μισθοί ούτε η κερδοφορία των επιχειρήσεων. Γι’αυτό απαιτούνται πολιτικές παρεμβάσεις και ενεργοποίηση των ίδιων των εργαζομένων.
«Το πώς θα κατανεμηθούν τα οφέλη, εξαρτάται από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, η οποία περιλαμβάνει τόσο την ικανότητα καθορισμού των μισθών όσο και θεσμικούς παράγοντες, όπως οι ρυθμίσεις για τον χρόνο εργασίας και τα συστήματα κοινωνικής προστασίας. (….) Υπό αυτή την έννοια, η αντιμετώπιση της »οικονομίας της μίας χρήσης» δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιταγή, αλλά και ευκαιρία να επανεξεταστούν μακροχρόνιες προσδοκίες – όπως το όραμα του Κέινς για συντομότερη εβδομάδα εργασίας», καταλήγει η μελέτη.
Με άλλα λόγια αποδέχονται την κυριαρχία της πολιτικής επί της οικονομίας, αφού πάντα θα χρειάζεται κάποιος να «κρεμάσει το κουδούνι στην ουρά της γάτας» ή να εφαρμόσει τις ωραίες ιδέες.
Η μελέτη παραμένει προς το παρόν σε επίπεδο στυλιζαρισμένου παραδείγματος τριών τομέων, κάτι που οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ως περιορισμό. Γι’ αυτό και προαναγγέλλουν την επόμενη φάση της έρευνάς τους, τη μεταφορά του εγχειρήματος σε ένα λεπτομερές μοντέλο πραγματικής οικονομίας, το Eurogreen, το οποίο είναι υπό διαμόρφωση.
Στο Eurogreen οι ερευνητές σχεδιάζουν να εισάγουν ένα σοκ παραγωγικότητας στους κλάδους των πετροχημικών και της συσκευασίας απορρυπαντικών, ώστε να παρακολουθήσουν πώς διαδίδεται μέσα από την πραγματική διάρθρωση εισροών-εκροών μιας οικονομίας.

