Η πρώτη σκέψη, όταν κανείς μιλάει για τα οικονομικά στοιχεία από την ανάπτυξη της ΑΙ είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει όλα τα στοιχεία της εξέλιξης του καπιταλισμού. Ωστόσο, όταν η συζήτηση πηγαίνει πιο βαθιά στην οικονομική θεωρία, φαίνεται ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι ακριβώς έτσι. Και ίσως ωφελήσει τον σοσιαλισμό.
Σύμφωνα με τον Μάρτιν Σάνμπου, επικεφαλής οικονομικό σχολιαστή των Financial Times, η τεχνητή νοημοσύνη έχει τη δυνατότητα να αναζωπυρώσει αλλά και να ανατρέψει την εκατονταετή διαμάχη για τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό. Και έρχεται να προσθέσει στην άποψη του Νουριέλ Ρουμπινί, που μιλάει για τεράστια οικονομική ανάπτυξη, από άλλη πλευρά.
Ο νικητής τα παίρνει όλα –ή μήπως όχι;
Αυτό στο οποίο όλοι συμφωνούν, είτε επαυξάνοντας είτε εκφράζοντας τεράστιους φόβους, είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μεταμορφώσει το οικονομικό σύστημα. Είτε προς το καλύτερο, εξασφαλίζοντας υψηλότερη παραγωγικότητα. Είτε προς το χειρότερο. Δηλαδή, φέρνοντας μεγαλύτερη εκμετάλλευση, στη λογική ότι ο νικητής τα παίρνει όλα.


Κατά τον Μάρτιν Σάνμπου, και οι δύο εικασίες, αποτέλεσμα της ανθρώπινης φαντασίας, ίσως είναι λάθος. Και εξετάζει την τεχνητή νοημοσύνη υπό το πρίσμα της μεγάλης εκατονταετούς διαφωνίας. Δηλαδή της «διαμάχης για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό». Τη βάση δηλαδή της κριτικής στις κεντρικά σχεδιαζόμενες οικονομίες.
Και θέτει το ερώτημα: Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να χρησιμεύσει ως υπηρέτρια της σοσιαλιστικής κεντρικά σχεδιαζόμενης οικονομίας; Αυτής που τόσοι πολλοί ονειρεύονταν τον 20ό αιώνα, αλλά αποδείχθηκε μη ρεαλιστική έως σήμερα;
Όταν το 1989 κατέρρευσαν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, πολλοί πίστεψαν ότι ο πόλεμος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό είχε λήξει. Και όλοι έβλεπαν τον νικητή.
Αλλά η σύγκρουση ήταν πολύ παλιά, ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, μεταξύ των οικονομολόγων. Τότε, η διαμάχη δεν ήταν ποιο σύστημα είναι πιο δίκαιο, ισότιμο ή ελεύθερο. Αλλά ποιο ήταν το πιο αποτελεσματικό. Ποιος έκανε καλύτερη αναδιανομή των πόρων; Η ανεξέλεγκτη αγορά ή ο κεντρικός σχεδιασμός;
Τεχνητή νοημοσύνη και κλασική οικονομική επιστήμη
Σχεδόν έναν αιώνα πριν από την τεχνητή νοημοσύνη, στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκαν φιλοκαπιταλιστές της Αυστριακής Σχολής, όπως οι Λούντβιχ φον Μίζες και ο Φρίντριχ φον Χάγιεκ. Από την άλλη πλευρά, ο Πολωνός Όσκαρ Λάνγκε και Βρετανοαμερικανός Άμπα Λέρνερ. Οι τελευταίοι υποστήριζαν ότι ο κρατικός σχεδιασμός μπορούσε να κατανείμει πόρους, εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, από τις αγορές. Και στη βάση αυτή ανέπτυξαν την οικονομική θεωρία τους.
Πάτησαν στη μοντελοποίηση του «αόρατου χεριού» της αγοράς, του Άνταμ Σμιθ. Δηλαδή στο γεγονός ότι μέσω του μηχανισμού των ρυθμιζόμενων τιμών, οι ελεύθερες αγορές μπορούν να συγκλίνουν σε κοινές τιμές και αποτελεσματική, σταθερή κατανομή πόρων. Και υποστήριξαν ότι ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί να μιμηθεί και στη συνέχεια να βελτιώσει το αποτέλεσμα των αγορών.

Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να δώσει απάντηση στους κοινωνικούς αγώνες;
Αυτό που χρειαζόταν ήταν οι πληροφορίες: Προσχέδια παραγωγής, προσφορές για προμήθειες και ποσότητες παραγωγής σε κεντρικά δεδομένες τιμές. Όλα αυτά θα προσαρμόζονται και θα ταιριάζουν στους στόχους των σχεδιαστών. Αλλά θα χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών από κάθε μικρή γωνιά της οικονομίας. Ο Χάγιεκ, επισημαίνει ο Μάρτιν Σάνμπου, ήταν ιδιοφυής. Στο άρθρο του υπό τον τίτλο «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», το 1945, έβλεπε τις τιμές της αγοράς όχι απλώς ως εργαλεία για την εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά ως φορείς πληροφοριών.
Διότι μια τιμή είναι αποτέλεσμα πολλών ερωτημάτων: Ποιος χρειάζεται τι. Ποιος μπορεί να παρέχει τι υπό ποιες συνθήκες. Και αυτό σε γενικό και τοπικό επίπεδο. Αυτές οι πληροφορίες, έλεγε ο Χάγιεκ, βρίσκονται στο μυαλό των ανθρώπων, αλλά όχι σε κεντρική και μεταδοτική μορφή.
Και εκεί ήταν που κέρδιζε σε επιχείρημα η πλευρά των υποστηρικτών της ελεύθερης αγοράς. Στη θεωρία και την περιγραφή του προβλήματος όμως η σοσιαλιστική πλευρά ήταν μπροστά. Το συμπέρασμα του Χαγιέκ παρέμενε αληθές, αλλά οι κυβερνήσεις δεν είχαν την απαραίτητη πληροφοριακή και υπολογιστική ικανότητα για τον κεντρικό σχεδιασμό ώστε να ξεπεράσει τις ελεύθερες αγορές.
Τι αλλάζει με την τεχνητή νοημοσύνη
Σύμφωνα με τον Μάρτιν Σάνμπου, οι δυνατότητες που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη θέτουν το ερώτημα αν αυτό μπορεί να αλλάξει. Από το 1990, όταν τα σοσιαλιστικά συστήματα κατέρρεαν, η πληροφορική έχει κάνει γιγάντια άλματα. Και σήμερα, οι πληροφορίες, που στην εποχή του Χάγιεκ, συλλέγονταν και καταγράφονταν με το χαρτί και μολύβι, είναι προσβάσιμες διαδικτυακά.
Παράδειγμα, το «Έργο δισεκατομμυρίων τιμών», μια ερευνητική πρωτοβουλία του Harvard-MIT, από το 2008 (πριν από την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή) και υπό τους οικονομολόγους Αλμπέρτο Καβάγιο και Ρομπέρτο Ριγκομπόν. Αφορούσε τη συλλογή τιμών σε πραγματικό χρόνο, με σκοπό τη βελτίωση των επίσημων στατιστικών. Αλλά και τις ποσότητες: αποθέματα, βιβλία παραγγελιών, όγκοι πωλήσεων. Όλα ψηφιοποιημένα και κατ’ αρχήν προσβάσιμα σε έναν κυβερνητικό σχεδιαστή.
Ανάλογα έργα είναι το Διαδίκτυο των Πραγμάτων. Η ποσότητα των πληροφοριών που συλλέγονται, υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται πολλαπλασιάζεται περαιτέρω. Και αν όλα αυτά ήταν μέχρι πρόσφατα άχρηστα σε ακατέργαστη μορφή, τώρα κάτι έχει αλλάξει.


Λέγεται τεχνητή νοημοσύνη, η οποία γνωρίζουμε ότι μπορεί να οργανώσει μη δομημένες πληροφορίες. Και δεν υπάρχει πλέον κανένας περιορισμός στο επίπεδο της συλλογής, οργάνωσης και επεξεργασίας δεδομένων για μια κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία.
Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει την υπόσχεση της πλήρους υπέρβασης των πληροφοριών για τις τιμές, προβλέποντας ποιος θέλει, χρειάζεται ή μπορεί να παράγει τι με ποιο κόστος. Και καλύτερα από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να συνοψίσουν οι τιμές της αγοράς.
Μπορούμε να φανταστούμε μια υπέρ-ΑΙ, οπλισμένη με πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που αφήνουμε τις συσκευές μας να καταγράφουν για κάθε συναλλαγή στην οποία συνάπτουμε, και πολλά άλλα. Ο Χάγιεκ, λέει ο Μάρτιν Σάνμπου, θα «έτρωγε τη σκόνη της».
Τι κάνουν λάθος οι αγορές
Η συζήτηση για τον κεντρικό σχεδιασμό ανοίγει ξανά, διότι οι τιμές της αγοράς κάνουν πολλά πράγματα λάθος. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πάντα αρκετά ώστε να επιλέξουν τα καλύτερα αγαθά. Εθίζονται, εξαπατώνται ή χρεοκοπούν. Η κατανάλωση και η παραγωγή έχουν δευτερογενείς επιπτώσεις σε τρίτους, που οι αποφάσεις τιμολόγησης δεν καταγράφουν.
Ποιες είναι αυτές; Ρύπανση, εξάντληση πόρων και κλιματική ζημιά. Οι προσαρμογές των τιμών δεν σταθεροποιούν τη μακροοικονομία. Έτσι έχουμε οικονομικούς κύκλους, φούσκες και καταρρεύσεις. Η Μεγάλη Ύφεση το απέδειξε αυτό. Και δεν είναι τυχαίο ότι, κυρίως οι νέοι, είναι απογοητευμένοι από τον καπιταλισμό.
Ο Μάρτιν Σάνμπου προτείνει να σκεφτούμε μια υπέρ τεχνητή νοημοσύνη, η οποία θα μπορεί να συμβουλεύσει για την κατανομή των πόρων. Για την παραγωγή και τη ρύθμιση των τιμών. Ασφαλώς, πρόκειται για νοητικό πείραμα, που εγείρει περισσότερα ερωτήματα. Δεν αποδεικνύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει τον σοσιαλισμό. Αλλά δείχνει ότι αφαιρεί ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα του 20ού αιώνα κατά του κεντρικού σχεδιασμού. Και υποδηλώνει ότι, στον βαθμό που τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας υιοθετήσουν την ΑΙ για να καθοδηγήσουν τη λήψη αποφάσεων, οι οικονομίες θα φαίνονται όλο και περισσότερο κεντρικά σχεδιασμένες.


Το κρίσιμο ερώτημα
Το πολιτικό ερώτημα είναι αν οι σημερινοί ηγέτες της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης -σχεδόν όλοι οι σκληροπυρηνικοί φιλελεύθεροι- θα υποστήριζαν κάτι σαν αυτό. Δηλαδή την κατανομή κεφαλαίων που αποφασίζεται από σχεδιαστές που υποστηρίζονται από την τεχνητή νοημοσύνη αντί για τις ελεύθερες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι τελευταίες είναι οπαδοί της ΑΙ.
Ωστόσο, ίσως αυτή η ιδέα να μπορούσε να κερδίσει το ευρύ κοινό, που την αντιμετωπίζει τουλάχιστον με σκεπτικισμό. Δηλαδή να δει διαφορετικά την τεχνητή νοημοσύνη που οδηγεί σε ορθολογικές αποφάσεις οικονομικής πολιτικής που θα το ευνοεί περισσότερο. Θα ξεπερνά τις συγκρούσεις συμφερόντων και τον συντονισμό που πάντα εμπόδιζαν την παραγωγικότητα στην πραγματικά υπάρχουσα οικονομία μας. Και που θα λαμβάνει υπ’ όψιν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των οικονομικών αποφάσεων.
Και εδώ τίθεται το επόμενο κρίσιμο ερώτημα. Οι υπεράνθρωπες δυνατότητες των πρακτόρων της ΑΙ θα απελευθερωθούν από υπερβολικά ανθρώπινους περιορισμούς, κίνητρα και συμφέροντα; Αλλά εδώ την απάντηση πρέπει να τη δώσει ο καθένας από εμάς.
