Συρρικνώνεται η αγορά εργασίας: Η ανεργία επέστρεψε στο 2008, αλλά οι εργαζόμενοι μειώθηκαν κατά 200.000

Τα στοιχεία για την αγορά εργασίας, όπως καταγράφονται στην τελευταία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ (Ιούλιος 2026), δείχνουν υποχώρηση της ανεργίας στο 7,9%, έναντι 8,1% τον Ιούνιο του 2026 και 8,9% τον Ιούλιο του 2025.

Πρόκειται για ιστορικό χαμηλό 19 ετών για τον συγκεκριμένο μήνα. Πρέπει να πάμε πίσω στον Ιούλιο του 2008, πριν την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, για να δούμε χαμηλότερο δείκτη ανεργίας, στο 7,6%.

Όμως αυτή είναι η μισή εικόνα. Καταρχάς τα ποσοστά του Ιουλίου αφορούν προσωρινές εκτιμήσεις, οι οποίες υπόκεινται σε αναθεώρηση ανά τρίμηνο. Δεύτερον, λόγω διαφορετικής μεθοδολογίας ο αριθμός των ανέργων που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ (376.508 άτομα) είναι ως και 50% χαμηλότερος από αυτόν που καταγράφει η ΔΥΠΑ (715.328 άτομα τον Ιούλιο).

Τρίτον, ο αριθμός των απασχολούμενων σήμερα παραμένει μειωμένος κατά περίπου 213.000 άτομα, σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2018 (4.370.800 άτομα, έναντι 4.592.000). Ακόμα μεγαλύτερη είναι η μείωση του πληθυσμού εκτός εργατικού δυναμικού, κατά 537.700 άτομα.

Από τα παραπάνω μεγέθη προκύπτει ότι η μείωση της ανεργίας δε συνδέεται άμεσα με περισσότερες θέσεις εργασίας (σε σύγκριση με την εποχή πριν την κρίση), όσο με τη μείωση του πληθυσμού.

Τη θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ μείωσης της ανεργίας και μείωσης των εργαζομένων αναδεικνύει νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, για τα μεγέθη της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα μετά την οικονομική κρίση.

αγορά εργασίαςαγορά εργασίας

Οι δείκτες ανεργίας το δωδεκάμηνο Μάιος 2025-Ιούλιος 2026 – πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Η αγορά εργασίας πριν και μετά την κρίση

Η έρευνα του ΕΝΑ συγκρίνει ετήσια στοιχεία για την περίοδο 2008-2025 και καταλήγει σε διαφωτιστικά συμπεράσματα. Η μείωση της ανεργίας από μόνη της δεν συνιστά βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης, όταν η αγοραστική δύναμη των μισθών δεν έχει ακόμα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός το 2025 παρέμενε μειωμένος κατά 31% συγκριτικά με το 2009 και ουσιαστικά αμετάβλητος σε σύγκριση με το 2019.

Δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι σήμερα είναι ευκολότερο να βρει κανείς δουλειά από ό,τι ήταν το 2013, στο ζενίθ της κρίσης, όταν η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία άγγιζε ή ξεπερνούσε το 28%. Όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν νέο να βρει δουλειά που του επιτρέπει να ζήσει μόνος του πληρώνοντας ενοίκιο και ακόμα πιο δύσκολο να μπορέσει να κάνει οικογένεια. Την ασφυκτική αυτή κατάσταση αποτυπώνει η πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ, που δείχνει ότι οι εργαζόμενοι ως 29 ετών ξοδεύουν το 60% του μισθού τους για στέγαση και αμείβονται κατά μέσο όρο 40% λιγότερο από τον μέσο όρο των συνομηλίκων τους στις ευρωπαϊκές χώρες μέλη του Οργανισμού.

Το 2025 η ελληνική αγορά εργασίας μετρούσε 270.000 λιγότερους απασχολούμενους και 34.100 περισσότερους ανέργους, από το 2008 – πηγη: ΕΝΑ/ΕΛΣΤΑΤ

Δομικές αδυναμίες

Το ΕΝΑ εξετάζει τους δείκτες απασχόλησης σε συνάρτηση με τις μεταβολές στο δημογραφικό και διαπιστώνει ότι «δεκαεπτά χρόνια μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, η ελληνική αγορά εργασίας συνεχίζει να φέρει τα βαθιά σημάδια της ύφεσης και των οικονομικών πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν».

Συγκεκριμένα, το 2025 η ελληνική αγορά εργασίας αριθμούσε σχεδόν 271 χιλιάδες λιγότερους εργαζόμενους και 34 χιλιάδες περισσότερους ανέργους σε σχέση με το 2008 (βλ. Πίνακας 1).

Το ΕΝΑ προχωράει και σε συγκρίσεις εντός της τελευταίας 11ετίας. Υπογραμμίζει ότι η ανάκτηση των απωλειών στην απασχόληση, εξαιτίας της κρίσης χρέους, ήταν μεγαλύτερη την περίοδο 2014-2019 σε σχέση με την περίοδο που ακολούθησε (2019-2025). Συγκεκριμένα, η καθαρή δημιουργία θέσεων εργασίας ήταν 75 χιλιάδες κατ’ έτος κατά μέσο όρο την περίοδο 2015-2019, έναντι 71,5 χιλιάδες την περίοδο 2020-2025. Επιπλέον, η μείωση του ποσοστού ανεργίας ήταν 9,1 μονάδες την πενταετία 2014-2019, έναντι 8,5 μονάδων την εξαετία 2019-2025. Δεν πρόκειται ωστόσο για μεγάλες διαφορές, αφού όταν η ανεργία ξεκινάει από πολύ μεγάλο ύψος, είναι αναμενόμενο να μειώνεται ταχύτερα τα πρώτα έτη βελτίωσης της οικονομίας.

Μείωση εργατικού δυναμικού

Μια άλλη σημαντική παρατήρηση είναι ότι παρά τη μεγάλη μείωση του εργατικού δυναμικού μεταξύ 2008 και 2025 και την αύξηση της απασχόλησης από το 2014 και μετά, τα ποσοστά ανεργίας δεν μειώθηκαν αντίστοιχα. Ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες 20-64 ετών, η ανεργία ήταν υψηλότερη κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 σε σύγκριση με το 2008, στο 8,8% έναντι 7,7% (βλ. πίνακας 2).

Στο ενδιάμεσο διάστημα είχε μεσολαβήσει ένα εκρηκτικό άλμα, που κορυφώθηκε το 2013, πριν αρχίσει να αποκλιμακώνεται, κυρίως από το δεύτερο εξάμηνο του 2014 και μετά. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει το ΕΝΑ, η ανεργία στις ηλικίες 20-64 ετών ανήλθε στο 26,4% το 2014, ενώ έως το 2019 είχε μειωθεί στο 17,3%.

Η ανεργία έως και το 2025 παρέμεινε σε υψηλότερα ποσοστά από ό,τι πριν την κρίση σε όλες τις επιμέρους δημογραφικές ομάδες από 20 έως 64 ετών. Ακόμα και σήμερα η ανεργία των νέων (20-24 και 25-29 ετών) παραμένει σε διψήφια ποσοστά (17,4% και 14,7% αντίστοιχα το 2025).

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΕΝΑ, χωρίς την εξωτερική μετανάστευση το ποσοστό ανεργίας του πληθυσμού 20-64 ετών εκτιμάται ότι θα ανερχόταν το 2025 σε 12,5% αντί για 8,8%.

Οι millennials της μεγάλης φυγής

Ένας δείκτης που ευημερεί αφορά την απασχόληση του πληθυσμού 20-64 ετών. Το ποσοστό απασχόλησης σε αυτές τις  ηλικίες άγγιξε το 71% το 2025, ξεπερνώντας κατά πολύ το επίπεδο του 2008 (66,3%).

Σύμφωνα όμως με την ανάλυση του ΕΝΑ, η υπέρβαση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη μεγάλη μείωση του πληθυσμού και όχι στην επιστροφή της απασχόλησης στο προ της κρίσης επίπεδο.

Συγκεκριμένα, μεταξύ 2008 και 2025, ο πληθυσμός 20-64 ετών μειώθηκε κατά 734.000 άτομα. Αν είχε παραμείνει σταθερός, το 2025, το ποσοστό απασχόλησης θα ήταν 61,7%, δηλαδή πολύ κατώτερο του επιπέδου του 2008 (66,3%).

Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή συρρίκνωση αφορά τις ηλικίες 20-44 ετών, μια δημογραφική κατηγορία που συμπίπτει με τις γενιές του brain drain. Σήμερα η Ελλάδα έχει σχεδόν 1,15 εκατομμύρια λιγότερους κατοίκους αυτής της ηλικίας από ό,τι είχε το 2008. Αντίστοιχα, το εργατικό δυναμικό 20-44 ετών έχει μειωθεί κατά 881.700 άτομα και οι απασχολούμενοι κατά 829.300.

Όσο μειώνονται από την αγορά εργασίας οι 20άρηδες και οι λεγόμενες «κεντρικές παραγωγικές ηλικίες» των 30-44, τόσο θα αυξάνεται η έλλειψη εργατικών χεριών σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, οι κατασκευές και οι αγροτικές εργασίες. Πρόκειται για κλάδους που απαιτούν «νέο αίμα», κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού εκεί σημειώνονται και τα περισσότερα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα. Πολλά από τα κενά καλύπτονται με μετακλητούς εργαζόμενους από τρίτες χώρες, που έρχονται μέσω διακρατικών συμφωνιών.

Λιγότεροι νέοι, περισσότεροι μεσήλικες

Η σημερινή αγορά εργασίας (με βάση τα ετήσια στοιχεία του 2025), είναι σημαντικά πιο γερασμένη σε σύγκριση με το 2008. Ενώ έχουν μειωθεί σχεδόν κατά 830.000 οι εργαζόμενοι ηλικίας 20-44 ετών, αυξήθηκαν κατά 520.900 άτομα οι 45-64 ετών. Πρόκειται για μια αύξηση που δεν είναι ικανή να αντισταθμίσει το έλλειμμα εργαζομένων από τις νεότερες ηλικίες. Τα επόμενα χρόνια η μείωση του πληθυσμού σε αυτές τις ηλικίες, θα τροφοδοτεί και τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού 20-44 ετών, που αναμένεται να επεκταθεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Πρόκειται για έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο, που συνδέεται και με τη μείωση των γεννήσεων.

Προτάσεις πολιτικής

Το ΕΝΑ καταλήγει με τρεις παράλληλες προτάσεις για την κάλυψη των ελλείψεων εργατικού δυναμικού: Πρώτον την αύξηση συμμετοχής στην απασχόληση των γυναικών και άλλων ομάδων (π.χ. ατόμων με αναπηρία). Δεύτερον, τη βελτίωση των αμοιβών και των εργασιακών σχέσεων στην αγορά εργασίας, που μπορεί να αποτρέψει τη φυγή των νέων στο εξωτερικό. Τρίτον, μια σύγχρονη μεταναστευτική πολιτική που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη εισόδου και κοινωνικής ενσωμάτωσης αλλοδαπών εργαζόμενων στην Ελλάδα, ως προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας και την κοινωνική ευημερία των πολιτών της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA