Η αύξηση του πετρελαίου σβήνει τα κέρδη των εξαγωγών

Μέσα σε έναν μόλις μήνα, το ακριβό πετρέλαιο κατάφερε να εξαφανίσει ό,τι κέρδισε η υπόλοιπη ελληνική οικονομία από την αύξηση των εξαγωγών και τη συγκράτηση των εισαγωγών.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι τον Ιούλιο, η χώρα πλήρωσε περίπου 837 εκατ. ευρώ περισσότερα για εισαγωγές πετρελαιοειδών σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, με αποτέλεσμα η βελτίωση που καταγράφηκε στο εμπόριο όλων των υπόλοιπων προϊόντων να χαθεί κάτω από το βάρος του ενεργειακού λογαριασμού. Οι προβλέψεις είναι ακόμα πιο δύσκολες για τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο όπου το Brent επέστρεψε σε επίπεδα πάνω από τα 100 ευρώ, καθιστώντας βαρύτερο τον λογαριασμό.

Η προειδοποίηση είχε ήδη έρθει από τη Eurostat, όταν το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η αξία των εισαγωγών αργού πετρελαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 55,8%, παρ’ ότι ο εισαγόμενος όγκος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, με άνοδο μόλις 1,2%. Η Ευρώπη αν και δεν χρειάστηκε περισσότερο πετρέλαιο, πλήρωσε πολύ ακριβότερα σχεδόν την ίδια ποσότητα, μεταφέροντας εισόδημα στις χώρες παραγωγής και επιβαρύνοντας τις οικονομίες της με νέο εισαγόμενο πληθωρισμό.

Στην Ελλάδα, το πρώτο καθαρό αποτύπωμα αυτής της ανατροπής εμφανίζεται στα στοιχεία του Ιουλίου. Η συνολική αξία των εισαγωγών αυξήθηκε από 7,39 δισ. ευρώ σε 8,18 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 10,7%. Αν αφαιρεθούν, όμως, τα πετρελαιοειδή, οι εισαγωγές όχι μόνο δεν αυξήθηκαν, αλλά μειώθηκαν κατά 46,8 εκατ. ευρώ. Από τη σύγκριση των δύο μεγεθών προκύπτει ότι οι εισαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων εκτινάχθηκαν από περίπου 1,26 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2025 σε σχεδόν 2,1 δισ. ευρώ φέτος, μια αύξηση της τάξης του 66%.

Η ισχυρή παρουσία των ελληνικών διυλιστηρίων στις διεθνείς αγορές περιόρισε μέρος της ζημιάς, καθώς οι εξαγωγές πετρελαιοειδών αυξήθηκαν κατά περίπου 480 εκατ. ευρώ. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να καλύψουν τον λογαριασμό των εισαγωγών. Το καθαρό πετρελαϊκό έλλειμμα υπερδιπλασιάστηκε, από περίπου 266 εκατ. ευρώ σε 623 εκατ. ευρώ, επιβαρύνοντας το εμπορικό ισοζύγιο κατά 357 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν μήνα.

Ενεργειακή πίεση

Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας μειώθηκε τον Ιούλιο κατά 261,3 εκατ. ευρώ ή 9,5%, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν και οι εισαγωγές υποχώρησαν. Η βελτίωση αυτή όχι μόνο εξανεμίστηκε από την ενέργεια, αλλά το συνολικό έλλειμμα κατέληξε να αυξηθεί κατά 95,7 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 3,11 δισ. ευρώ.

Η εικόνα του επταμήνου είναι πιο σύνθετη. Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, η ακαθάριστη αξία των εισαγωγών πετρελαιοειδών αυξήθηκε κατά περίπου 2,77 δισ. ευρώ, σχεδόν 30%. Την ίδια περίοδο, όμως, οι εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων ενισχύθηκαν κατά περίπου 2,74 δισ. ευρώ, περιορίζοντας την καθαρή επιβάρυνση του πετρελαϊκού ισοζυγίου κοντά στα 35 εκατ. ευρώ.

Το ισχυρό εξαγωγικό αντίβαρο δεν πρέπει να συγχέεται με εξάλειψη του ενεργειακού κινδύνου, την ώρα που ένα σημαντικό τμήμα της ανόδου των εξαγωγών αντανακλά την υψηλότερη διεθνή τιμή των καυσίμων και όχι αναγκαστικά αντίστοιχη αύξηση των παραγόμενων ποσοτήτων ή της πραγματικής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, τα οφέλη συγκεντρώνονται στον εξαγωγικό κλάδο της διύλισης, ενώ το ακριβότερο πετρέλαιο διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας μέσω των μεταφορών, της γεωργίας, της βιομηχανίας, των κατασκευών και του τουρισμού.

Ο κίνδυνος από τις τιμές

Η Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη, με την ενεργειακή της εξάρτηση να προσεγγίζει το 78%, έναντι περίπου 57% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ τα πετρελαϊκά προϊόντα καλύπτουν περισσότερο από το μισό της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης. Κάθε άνοδος του Brent και κάθε ενίσχυση του δολαρίου αυξάνουν, όχι μόνο την τιμή στην αντλία αλλά και το ποσό που φεύγει από την ελληνική οικονομία για να πληρωθούν οι ενεργειακές εισαγωγές.

Η νέα επιβάρυνση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει ήδη φτάσει τα 9,3 δισ. ευρώ στο επτάμηνο, αυξημένο κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2025, παρά την άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και τη βελτίωση του εμπορίου αγαθών. Η συγκεκριμένη διεύρυνση δεν προκλήθηκε κυρίως από την ενέργεια, αλλά από την επιδείνωση των ισοζυγίων εισοδημάτων. Ο Ιούλιος δείχνει, ωστόσο, πόσο γρήγορα μπορεί να προστεθεί και το πετρέλαιο στο πρόβλημα, εάν οι διεθνείς τιμές παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια.

Για την ανάπτυξη, ο κίνδυνος είναι διπλός, αφού από τη μία πλευρά, τα νοικοκυριά περιορίζουν άλλες δαπάνες για να καλύψουν καύσιμα, μετακινήσεις και θέρμανση. Από την άλλη, οι επιχειρήσεις βλέπουν το κόστος παραγωγής και διανομής να αυξάνεται, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους ή μεταφέροντας τις ανατιμήσεις στις τελικές τιμές. Η πίεση στον πληθωρισμό διατηρεί παράλληλα τα επιτόκια ψηλά, ακριβαίνοντας ακόμη περισσότερο τη χρηματοδότηση επενδύσεων.

Πηγή: ot.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA