Πρόεδρος Ελληνικής Γεροντολογικής Εταιρείας: Ο φροντιστής χρειάζεται κι αυτός φροντίδα

Η πρόσφατη ad hoc έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, εστιάζει στην φροντίδα των άλλων και πώς εμπλέκεται με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Είτε πρόκειται για μικρά παιδιά είτε για εξαρτώμενους ενήλικες ή εφήβους (άτομα μεγαλύτερα των 15 ετών που είναι ασθενή, ευπαθή ή με κάποια αναπηρία), το βάρος της φροντίδας πέφτει πιο συχνά σε γυναικείους ώμους. Ακόμα συχνότερα πέφτει στους ώμους γυναικών και αντρών που βρίσκονται στις πιο παραγωγικές ηλικίες, 35 με 44 ετών. Μέχρι εδώ δεν υπάρχει καμία έκπληξη. Άλλωστε σε αυτές τις ηλικίες είναι συνήθως οι γονείς με μικρά παιδιά.

Σχεδόν οι επτά στους δέκα γονείς με παιδιά κάτω των 15 ετών (67,9%) δεν χρησιμοποιούν καμία υπηρεσία. Κι όμως το ένα στα δύο ζευγάρια χρειάζεται φροντίδα για τα παιδιά του, αλλά δεν την έχει για διάφορους λόγους: κόστος, απόσταση ή άλλα εμπόδια. Ένα μεγάλο μέρος της φροντίδας των παιδιών αναλαμβάνουν οι συγγενείς, στις συντριπτικές περιπτώσεις οι γιαγιάδες ή άνεργα μέλη της οικογένειας.

Όταν φροντίδα και εργασία έρχονται σε σύγκρουση – πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Όταν η φροντίδα των άλλων συγκρούεται με την εργασία

Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, μολονότι πρωτοπόρα στο είδος της, δεν φωτίζει επαρκώς την πιο κουραστική, χρονοβόρα και ψυχοφθόρα πλευρά της φροντίδας: εκείνη που αφορά ενήλικα άτομα που δεν μπορούν να φροντίσουν μόνα τον εαυτό τους. Ούτε εξετάζει πόσοι έχουν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν υπηρεσίες φροντίδας ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρία ή χρόνιες παθήσεις και δεν μπορούν να τις έχουν.

Αυτό όμως που μας δείχνει η έρευνα, είναι ότι για έναν στους τρεις εργαζόμενους (33%), οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη φροντίδα των παιδιών ή των εξαρτώμενων ενηλίκων, έρχονται σε σύγκρουση με τις εργασιακές υποχρεώσεις. Το ποσοστό είναι υψηλότερο για τις γυναίκες (35,4%) και για τα άτομα ηλικίας 35-44 ετών (37,5%).

Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό εύρημα, καθώς επιβεβαιώνει ότι οι ελλείψεις στις κοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας, όχι μόνο των παιδιών, αλλά του συνεχώς διευρυνόμενου πληθυσμού ηλικιωμένων ατόμων και χρονίως πασχόντων, λειτουργούν ως τροχοπέδη σε πολλαπλά επίπεδα.

Καταρχάς οι υποχρεώσεις φροντίδας επιβαρύνουν τους ίδιους τους εργαζόμενους – φροντιστές, οδηγώντας τους συχνά στην εξάντληση και βάζοντας εμπόδια στην επαγγελματική τους εξέλιξη. Τα υψηλά ποσοστά γυναικείας ανεργίας και μερικής απασχόλησης σχετίζονται άμεσα με το γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι οι άτυποι «φροντιστές» κάθε οικογένειας. Το έμφυλο μισθολογικό χάσμα και η ψαλίδα στις συντάξεις είναι το τίμημα που πληρώνουν οι γυναίκες, που κάνουν την απλήρωτη δουλειά, μετά τη δουλειά. Είναι εκείνες που μένουν συχνότερα πίσω, για να προσέχουν το παιδί, τον γονιό, ακόμα και τον άρρωστο σύζυγο ή αδελφό.  Οι επιπτώσεις όμως είναι ορατές και στην αγορά εργασίας, την παραγωγικότητα, την οικονομία.

Μη αμειβόμενη φροντίδα: Το κράτος γλιτώνει έξοδα, η οικογένεια το πληρώνει

Η μη αμειβόμενη φροντίδα ή η επί πληρωμή ιδιωτική φροντίδα από οικιακούς φροντιστές, την οποία επίσης επωμίζονται οικονομικά οι οικογένειες, από τη μια πλευρά απαλλάσσει το κράτος από δημόσια έξοδα. Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, αν οι ώρες μη αμειβόμενης εργασίας φροντίδας αμείβονταν με το κατώτατο ωρομίσθιο, θα αντιστοιχούσαν για τις χώρες της ΕΕ, από 8,3% τους ΑΕΠ (Ρουμανία) ως 23,8% (Γερμανία). Για την Ελλάδα η μη αμοιβόμενη φροντίδα υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 18,9% του ΑΕΠ, με το 13,8% να αφορά γυναικεία εργασία.

Το κόστος αντικατάστασης της απλήρωτης φροντίδας των παιδιών από δημόσιες υπηρεσίες, θα κόστιζε από 2,9% ως 5,9% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ιδρύματος Eurofound. Για το κόστος αντικατάστασης της μη αμειβόμενης μακροχρόνιας φροντίδας οι εκτιμήσεις ποικίλουν, από 0,9% του ΑΕΠ στη Γαλλία ως 4,2% στη Γερμανία.

Πάνω από ένα στα δύο ζευγάρια με παιδιά χρειάζονται υπηρεσίες φροντίδας, αλλά δεν χρησιμοποιούν.

Το κοινωνικό κόστος της μη αμοιβόμενης φροντίδας

Από την άλλη, ένα εργατικό δυναμικό «αόρατων» φροντιστών μένει εκτός εργασίας ή πληρώνει εργασιακό «πέναλτι», με χαμηλότερους μισθούς και εξαντλητικά ωράρια. Ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων σε επαγγέλματα φροντίδας, στην πλειονότητά τους γυναίκες, εγκλωβίζεται σε μια γκρίζα, αρρύθμιστη αγορά, με ανασφάλιστη και υποαμοιβόμενη εργασία. Τα χρήματα που γλιτώνει από τη μια μεριά το κράτος, περικόπτοντας τις δημόσιες υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, ηλικιωμένων, ΑμεΑ, τα πληρώνει πολλαπλάσια η οικογένεια, ενώ μακροπρόθεσμα ζημιώνεται η οικονομική και κοινωνική ευημερία των πολιτών.

Οι απλήρωτες εργατοώρες φροντίδας θα μπορούσαν να αφιερωθούν σε δημιουργικές δραστηριότητες, συμμετοχή στα κοινά, εκπαίδευση, ελεύθερο χρόνο. Η εργασία θα είναι πιο παραγωγική και ποιοτική αν ο εργαζόμενος δεν γίνεται χίλια κομμάτια, μεταξύ δουλειάς και  υποχρεώσεων φροντίδας. Η ενασχόληση με την οικογένεια και τα άτομα που μας έχουν ανάγκη, θα είναι οικειοθελής επιλογή και όχι εξαναγκασμός, πράξη αγάπης και όχι ασήκωτο βάρος.

Ο καθηγητής Χειρουργικής Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός είναι πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας

Iωάννης Καραϊτιανός – Πρόεδρος ΕΓΓΕ

Ο γιατρός Ιωάννης Καραϊτιανός, είναι Άμισθος Επίκουρος Καθηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Ερρίκος Ντυνάν και Πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας (ΕΓΓΕ).

Σχολιάζει την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ και αναλύει τα προβλήματα και τις ανάγκες των οικογενειών που απευθύνονται καθημερινά στη ΕΓΓΕ, για υποστηρικτικές υπηρεσίες, συμβουλευτική και εκπαιδευτικά σεμινάρια όπως τα «Σχολεία Φροντιστών».

Ο κ. Καραϊτιανός επιμένει σε κάτι απλό, αλλά πολύ σημαντικό, που συχνά το ξεχνάμε: οι φροντιστές χρειάζονται και αυτοί φροντίδα.

Η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι οι γυναίκες σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος στη φροντίδα μελών της οικογένειας και ότι υπάρχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην εργασία τους. Εσείς τι διαπιστώνετε;

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν μια πραγματικότητα που συναντούμε καθημερινά στις οικογένειες που απευθύνονται στην Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία. Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου ή ενός ανθρώπου με χρόνια σοβαρά προβλήματα υγείας, κατάκοιτου ή και με άνοια είναι μια απαιτητική και συχνά μακροχρόνια και ψυχοφθόρα διαδικασία, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να βαρύνει τις γυναίκες της οικογένειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην έρευνα οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα υποχρεώσεις φροντίδας από τους άνδρες, ενώ το ποσοστό των εργαζομένων που δηλώνουν ότι η εργασία τους συγκρούεται με τις υποχρεώσεις φροντίδας φθάνει το 35,4% στις γυναίκες, έναντι χαμηλότερου ποσοστού στους άνδρες (περίπου 30%).

«Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου δεν μπορεί να θεωρείται αποκλειστικά οικογενειακή ευθύνη. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας».

Από την εικόνα που έχουμε τα τελευταία έτη και στα «Σχολεία Φροντιστών» βλέπουμε κυρίως ανθρώπους που έχουν αναλάβει έναν πολύ σημαντικό ρόλο μέσα στην οικογένεια και αναζητούν όχι μόνο γνώσεις, αλλά και πρακτική καθοδήγηση και ψυχολογική ενδυνάμωση.

Συχνά πρόκειται για ανθρώπους μέσης ηλικίας που προσπαθούν να συνδυάσουν τη φροντίδα των αγαπημένων τους με την εργασία, την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή.

Ακόμα και στις περιπτώσεις που η φροντίδα των ηλικιωμένων έχει ανατεθεί σε αλλοδαπούς φροντιστές, οι οικείοι και κυρίως οι γυναίκες αναλαμβάνουν συνήθως τη σταθερή επίβλεψη και παρακολούθηση. Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο μήνυμα: ο φροντιστής χρειάζεται και ο ίδιος φροντίδα.

Ο φροντιστής που τρέχει και δεν φτάνει

Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι φροντίζουν εξαρτώμενους ενήλικες; Τι ρόλο παίζει το οικονομικό κόστος;

Το πρώτο πρόβλημα είναι η ίδια η πολυπλοκότητα της φροντίδας. Ο φροντιστής καλείται συχνά να διαχειριστεί την καθημερινότητα ενός ανθρώπου με μειωμένη αυτονομία, προβλήματα μνήμης και κινητικότητας ή άλλα χρόνια νοσήματα, ενώ παράλληλα πρέπει να συντονίσει γιατρούς, εξετάσεις, φάρμακα και πρακτικές καθημερινές ανάγκες.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό κόστος: το ψυχικό και κοινωνικό κόστος για τον ίδιο τον φροντιστή. Η κόπωση, το άγχος, οι ενοχές, η κοινωνική απομόνωση και η αίσθηση ότι «δεν προλαβαίνω να τα κάνω όλα σωστά» είναι συχνές εμπειρίες, ιδιαίτερα για τα εργαζόμενα τέκνα προς τους γονείς.

Και βέβαια υπάρχει το οικονομικό κόστος. Η φροντίδα μπορεί να σημαίνει φάρμακα, εξετάσεις, βοηθήματα, κατ’ οίκον υποστήριξη ή άλλες υπηρεσίες που πολλές φορές δεν καλύπτονται από το σύστημα υγείας και πρόνοιας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ένας εργαζόμενος αναγκάζεται να μειώσει τις ώρες εργασίας του ή ακόμη και να εγκαταλείψει την εργασία του για χρονική περίοδο πολλών μηνών. Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ως αντικείμενο της έρευνας και τις σοβαρές συνέπειες των υποχρεώσεων φροντίδας για την εργασιακή εξέλιξη, καθώς και τη διακοπή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας για οικογενειακούς λόγους.

Πώς συνδυάζεται η δουλειά με τις ανάγκες φροντίδας ενός ηλικιωμένου ή ανοϊκού ασθενή;

Για πολλές οικογένειες, δυστυχώς, συνδυάζεται με μεγάλη δυσκολία. Η φροντίδα δεν έχει συγκεκριμένο ωράριο. Ένα πρόβλημα υγείας, μια πτώση με κατάγματα, μια αλλαγή στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου με άνοια ή μια ανάγκη για συνοδεία σε γιατρό μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή, ολόκληρο το 24ωρο.

Γι’ αυτό και δεν αρκεί να ζητάμε από τον εργαζόμενο-φροντιστή να «βρει την ισορροπία». Χρειάζεται να δημιουργήσουμε συνθήκες που θα του επιτρέπουν πραγματικά να εργάζεται και ταυτόχρονα να φροντίζει.

Το εύρημα της ΕΛΣΤΑΤ ότι ένας στους τρεις εργαζόμενους δηλώνει σύγκρουση μεταξύ εργασίας και υποχρεώσεων φροντίδας είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Το ποσοστό φθάνει μάλιστα στο 37,5% στις ηλικίες 35-44 ετών, δηλαδή σε μια περίοδο της ζωής όπου πολλοί άνθρωποι έχουν ταυτόχρονα αυξημένες επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις.

Χρειαζόμαστε, επομένως, μεγαλύτερη ευελιξία στην εργασία, δυνατότητες άδειας και τηλεργασίας όπου αυτό είναι εφικτό, αλλά κυρίως ένα οργανωμένο δίκτυο υπηρεσιών φροντίδας στο σπίτι, ώστε η οικογένεια να μην αισθάνεται ότι είναι μόνη της και ουσιαστικά αβοήθητη.

Η οικογένεια δεν μπορεί να τα σηκώνει όλα μόνη της

Τι προτείνετε για τη στήριξη των φροντιστών αλλά και των ηλικιωμένων ατόμων που έχουν ανάγκη βοήθειας;

Πρέπει να περάσουμε από τη λογική της «οικογένειας που τα κάνει όλα μόνη της», βασιζόμενης στην προσφορά των μελών της, σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα φροντίδας με κρατική αρωγή, όπου η οικογένεια παραμένει πρωταγωνιστής, αλλά υποστηρίζεται από την Πολιτεία και τις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας.

Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται ενημέρωση και εκπαίδευση των φροντιστών. Αυτός είναι και ο ρόλος των κατά διαστήματα «Σχολείων Φροντιστών» της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας: να παρέχει στους ανθρώπους τις γνώσεις και τα εργαλεία που χρειάζονται, αλλά και να τους βοηθήσει να κατανοήσουν ότι δεν πρέπει συγχρόνως να παραμελούν τη δική τους υγεία και εργασιακή εξέλιξη.

Χρειάζονται επίσης περισσότερες και καλύτερα συνδεδεμένες υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας, κατ’ οίκον υποστήριξη, υπηρεσίες ημερήσιας φροντίδας, δομές προσωρινής ανακούφισης των φροντιστών και ουσιαστική υποστήριξη της οικογένειας.

Και, βέβαια, χρειάζονται πολιτικές που θα επιτρέπουν στον εργαζόμενο φροντιστή να παραμένει στην αγορά εργασίας χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη δουλειά του και στον άνθρωπό του.

Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου δεν μπορεί να θεωρείται αποκλειστικά οικογενειακή ευθύνη. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Και μια κοινωνία που στηρίζει με σταθερούς θεσμούς και προγράμματα τον φροντιστή είναι τελικά μια κοινωνία που προστατεύει και τον ηλικιωμένο, διασφαλίζοντας ότι μπορεί να παραμένει όσο το δυνατόν περισσότερο ενεργός, αξιοπρεπής και ενταγμένος στην κοινότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA