Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 27,5%, καταγράφοντας μια οριακή αλλά ανησυχητική αύξηση 0,7 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η μακροοικονομική ανάπτυξη της χώρας αποτυγχάνει να μεταφραστεί σε ισότιμη κοινωνική ευημερία, δημιουργώντας μια Ελλάδα πολλών ταχυτήτων
Πέρα όμως από τον εθνικό μέσο όρο, ο οποίος από μόνος του αποτυπώνει τις χρόνιες παθογένειες και τις δυσκολίες, η πραγματική, βαθύτερη παθογένεια αποκαλύπτεται όταν κοιτάξει κανείς τον χάρτη. Η γεωγραφία της φτώχειας στη χώρα μας δεν είναι ομοιόμορφη· αντίθετα, διχάζει την επικράτεια με δραματικές αποκλίσεις που αγγίζουν τις 20 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των ελληνικών περιφερειών.
Η Ελλάδα των δύο ταχυτήτων: Από την Πελοπόννησο στην Κρήτη
Το πιο εντυπωσιακό –και ταυτόχρονα απογοητευτικό– στοιχείο των αριθμών είναι η τεράστιοι ψαλίδα μεταξύ των περιφερειών. Στην κορυφή της λίστας του κοινωνικού αποκλεισμού βρίσκεται η Πελοπόννησος, όπου το ποσοστό εκτοξεύτηκε στο 38,1%, ακολουθούμενη από τα νησιά του Ιονίου (35,7%) και την Κεντρική Μακεδονία (33%). Στον αντίποδα, η εικόνα εμφανίζεται αισθητά διαφοροποιημένη στην Κρήτη (18,2%), την Αττική (23,6%) και την Ήπειρο (25,3%).
Το γεγονός ότι ο κίνδυνος φτώχειας στην Πελοπόννησο είναι υπερδιπλάσιος σε σύγκριση με την Κρήτη καταδεικνύει ότι οι περιφερειακές πολιτικές σύγκλισης είτε αποτυγχάνουν είτε παραμένουν κενό γράμμα. Η οικονομική δραστηριότητα, οι επενδύσεις και η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας παραμένουν ανισομερώς κατανεμημένες. Ενώ ορισμένες περιοχές καταφέρνουν να απορροφήσουν τους κραδασμούς –συχνά λόγω της ισχυρής δυναμικής του τουρισμού ή καλύτερου σχεδιασμού– άλλες βλέπουν τον κοινωνικό ιστό τους να διαλύεται σταδιακά.
Δυναμικές και ανατροπές: Οι μεγάλες μεταβολές στην οκταετία
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάλυση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων τάσεων. Σε σχέση με το 2024, οι μεγαλύτερες επιδεινώσεις δεν καταγράφηκαν απαραίτητα εκεί που υπήρχε ήδη πρόβλημα, αλλά σε περιοχές που δέχτηκαν νέες πιέσεις: το Νότιο Αιγαίο είδε τον δείκτη να εκτινάσσεται από το 20,3% στο 27,5%, ενώ σημαντικές αυξήσεις σημειώθηκαν και στην Πελοπόννησο (+5,8 μονάδες) και την Ήπειρο (+5,7 μονάδες). Από την άλλη πλευρά, ενθαρρυντικά μηνύματα προέκυψαν από τη Δυτική Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία, οι οποίες κατέγραψαν αξιοσημείωτες αποκλιμακώσεις.
Σε βάθος οκταετίας, ωστόσο, οι τάσεις αυτές αποκτούν χαρακτήρα δομικών αλλαγών. Η Κρήτη πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή πορεία βελτίωσης, μειώνοντας το ποσοστό της κατά 16,6 μονάδες από το 2018, ενώ η Δυτική Ελλάδα υποχώρησε κατά 13,2 μονάδες.
Αντιθέτως, η Πελοπόννησος κινήθηκε ακριβώς αντίθετα, καταγράφοντας αύξηση 8,9 μονάδων στην ίδια περίοδο. Υπάρχουν μάλιστα περιοχές, όπως η Ανατολική Μακεδονία–Θράκη, όπου ο κοινωνικός αποκλεισμός παραμένει καθηλωμένος σε παθολογικά υψηλά επίπεδα, μην έχοντας πέσει κάτω από το 31% σε καμία χρονιά της οκταετίας.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η ελληνική οικονομία συχνά παρουσιάζεται στους δείκτες της μακροοικονομίας με θετικό πρόσημο: ανάπτυξη, αποκλιμάκωση ανεργίας, δημοσιονομική πειθαρχία. Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν πως η μακροοικονομική υγεία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική ευημερία ούτε κατανέμεται δίκαια σε όλη τη χώρα.
Όταν σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους σε ολόκληρες περιφέρειες της χώρας απειλείται από τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς οικονομικό· καθίσταται βαθύτατα πολιτικό και αναπτυξιακό. Χωρίς στοχευμένες πολιτικές περιφερειακής ανάπτυξης, ενίσχυση των τοπικών αγορών εργασίας και αποκέντρωση των επενδύσεων, η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι μια χώρα πολλών ταχυτήτων, όπου η ευημερία αποτελεί προνόμιο λίγων περιοχών και η φτώχεια μια γεωγραφική καταδίκη για τις υπόλοιπες.
