Στέγαση: Η κρίση παίρνει τρομακτικές διαστάσεις, πολίτες οργανώνονται απέναντι στην κερδοσκοπία

Η στεγαστική κρίση έχει αποκτήσει τρομακτικές διαστάσεις. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι τιμές των ακινήτων εντός της ΕΕ σημείωσαν άλμα της τάξης του 53% από το 2010 έως το 2024, ενώ την ίδια περίοδο τα ενοίκια κατέγραψαν αύξηση κατά 25%.

Φυσικά, ο αντίκτυπος δεν είναι ίδιος παντού, σημειώνει ο Guardian. Ενώ η Βιέννη παραμένει ένα φωτεινό παράδειγμα χάρη στο άφθονο απόθεμα δημόσιας κατοικίας που έχει συγκρατήσει το κόστος ενοικίασης, άλλες χώρες βιώνουν συνθήκες ασφυξίας. Η Εσθονία έχει δει τα ενοίκια να εκτοξεύονται κατά το ιλιγγιώδες 208% στο ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ η Ιρλανδία και η Ουγγαρία έχουν καταγράψει αυξήσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το 100%.

Ένα μεγάλο μέρος αυτού του υπέρογκου κόστους μπορεί να αποδοθεί στο «διαρκώς εντεινόμενο κοινωνικό πείραμα» που εκτυλίσσεται αυτή τη στιγμή, όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά πέρυσι ο ερευνητής Τιμ Γουάιτ. Οι ιθύνοντες ουσιαστικά δοκιμάζουν αν οι μηχανισμοί του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού μπορούν να καλύψουν τη θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση. «Τα στοιχεία πλέον μοιάζουν συντριπτικά και η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι», κατέληξε.

Αντιθέτως, οι ευάλωτοι πολίτες και οι μειονότητες πλήττονται δυσανάλογα από τις παθογένειες της ελεύθερης αγοράς. Παράλληλα, πληθαίνουν οι προειδοποιήσεις ότι η κρίση αυτή θα μπορούσε να σπρώξει τους ψηφοφόρους στην αγκαλιά της ακροδεξιάς. Όπως είχε τονίσει ο δήμαρχος της Βαρκελώνης, Ζάουμε Κολμπόνι, είναι αδύνατον να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στη ρητορική της υπεράσπισης της δημοκρατίας, των συμπεριληπτικών κοινωνιών και των ίσων ευκαιριών, όταν την ίδια στιγμή το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων κατακρημνίζεται.

Ωστόσο, οι ψηφοφόροι στο Βερολίνο επέλεξαν πρόσφατα έναν διαφορετικό δρόμο. Σε μια πόλη όπου τα ενοίκια έχουν σκαρφαλώσει σχεδόν κατά 70% την τελευταία δεκαετία, το ένα τέταρτο των ψηφοφόρων στήριξε το αριστερό κόμμα Die Linke στις πολιτειακές εκλογές αυτού του μήνα, καθιστώντας το την ισχυρότερη δύναμη του Βερολίνου. Η στρατηγική πίσω από την επιτυχία τους δεν ήταν κάτι εξωπραγματικό. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα σε αυτή την εκστρατεία, το Die Linke έκανε αδιαμφισβήτητα δικό του το ζήτημα της στέγασης, θέτοντας ξεκάθαρα το ερώτημα του ποιος έχει το δικαίωμα να ζει στο Βερολίνο και με ποιο τίμημα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι κοινές προκλήσεις αρχίζουν να γεννούν και κοινές λύσεις. Στην αντι-σύνοδο της Μαδρίτης, οι οργανώσεις προχώρησαν στην ίδρυση μιας πανευρωπαϊκής συμμαχίας, απαιτώντας συμβόλαια ενοικίασης αορίστου χρόνου και αυστηρό έλεγχο των ενοικίων.

Τον Σεπτέμβριο, δεκάδες οργανώσεις δρομολόγησαν την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών, καλώντας τον κόσμο να υπογράψει το αίτημά τους για τη λήψη μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο που θα προστατεύουν τους ενοικιαστές, θα βάζουν φρένο στην κερδοσκοπία και θα μετατρέπουν τα άδεια κτίρια σε σπίτια. Το κείμενο της πρωτοβουλίας είναι αποκαλυπτικό. Σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, η στέγαση αναδεικνύεται στη νούμερο ένα ανησυχία των πολιτών: «Το βλέπουμε και το νιώθουμε καθημερινά με εργαζόμενους που δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά την πόλη που οι ίδιοι χτίζουν, με νέους που δεν μπορούν να φύγουν από το πατρικό τους, με ενοικιαστές που εκδιώκονται από τις γειτονιές τους μετά από ανακαινίσεις, και με άδεια κτίρια να στέκουν την ώρα που άνθρωποι κοιμούνται στον δρόμο».

Στην Ισπανία, όπου η πολυήμερη κατάληψη δρόμων στη Μαδρίτη οδήγησε στη δημιουργία παρόμοιων κατασκηνώσεων σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Σεβίλλη και η Πάλμα ντε Μαγιόρκα, οι κινητοποιήσεις φέρνουν ήδη αποτελέσματα. Η 87χρονη Μαρίκαρμεν θα μπορέσει τελικά να επιστρέψει στο διαμέρισμά της και το ενοίκιό της θα παραμείνει στα επίπεδα των 500 ευρώ τον μήνα, ποσό δραματικά χαμηλότερο από τα 2.650 ευρώ που απαιτούσε η επενδυτική εταιρεία.

Επιπρόσθετα, η ισπανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την έγκριση δύο νέων στεγαστικών διαταγμάτων με μεταρρυθμίσεις όπως η απαγόρευση των εξώσεων μέχρι το 2030 και η ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Τα μέτρα αυτά, όμως, καλούνται τώρα να εξασφαλίσουν την έγκριση του κατακερματισμένου ισπανικού κοινοβουλίου. Με τις γενικές εκλογές στον ορίζοντα, οι ακτιβιστές έχουν εντοπίσει μια μοναδική ευκαιρία να πιέσουν. «Μια ιστορική ευκαιρία άνοιξε για να αναστρέψουμε δεκαετίες εμπορευματοποίησης της κατοικίας», δήλωσε το Συνδικάτο Ενοικιαστών της Μαδρίτης. Από την πλευρά του, το Συνδικάτο της Μάλαγα το συνόψισε ακόμα πιο γλαφυρά: «Αυτό είναι μόνο η αρχή».

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Την ώρα που το ευρωπαϊκό στεγαστικό κίνημα αρχίζει να μετράει τις πρώτες του νίκες, τα εγχώρια δεδομένα αποκαλύπτουν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος εκατομμυρίων πολιτών απορροφάται αποκλειστικά από τα έξοδα στέγασης, με την Ελλάδα να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης στους κόλπους της Ένωσης, βάσει του επίσημου ορισμού της Eurostat. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η γενικευμένη αυτή κρίση τροφοδοτείται άμεσα από τη ραγδαία άνοδο των τιμών.

Ειδικότερα, οι τιμές πώλησης των κατοικιών αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 69% μεταξύ του 2015 και του δεύτερου τριμήνου του 2026, ενώ σε αρκετά κράτη-μέλη έχουν υπερδιπλασιαστεί. Όπως εξηγεί η δρ Χάνα Βίντμερ από το πανεπιστήμιο ETH της Ζυρίχης, η βασική αιτία της υπερβολικής επιβάρυνσης είναι η εκτόξευση στα ενοίκια και στις τιμές των ακινήτων, οι οποίες αυξάνονται σε πλήρη δυσαναλογία με την ισχνή άνοδο των μισθών, χτυπώντας αλύπητα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί ότι ως «κόστος στέγασης» νοούνται οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες που βαρύνουν ένα νοικοκυριό. Περιλαμβάνεται το ενοίκιο ή η δόση του στεγαστικού δανείου, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας όπως ρεύμα και νερό, αλλά και ασφάλιστρα, έξοδα συντήρησης και φόροι. Από την άλλη, το διαθέσιμο εισόδημα είναι το τελικό ποσό που μένει στην τσέπη μετά την αφαίρεση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, περιλαμβάνοντας συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα.

Με βάση αυτές τις παραμέτρους, η Ελλάδα διατηρεί μια ζοφερή, αρνητική πρωτιά με το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης. Το 2025, περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της (26,4%) ζούσε σε νοικοκυριά που αναγκάζονταν να δαπανήσουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Το ποσοστό αυτό είναι υπερτριπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος κυμαίνεται μόλις στο 7,7%. Την Ελλάδα ακολουθεί με μεγάλη διαφορά η Δανία με 14,7%, ενώ πολύ πάνω από τον μέσο όρο βρίσκονται η Γερμανία (11,2%) και η Σουηδία (10,8%).

Η σύγκριση, ωστόσο, απαιτεί προσοχή. Σύμφωνα με την ανώτερη ερευνήτρια του Πανεπιστημίου του Άαλμποργκ, Ρίκε Σκοβγκαρντ Νίλσεν, οι συνθήκες στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια διαφέρουν δραματικά ανάμεσα στην Ελλάδα και κράτη όπως η Δανία ή η Ελβετία. Το ποσό που απομένει στους πολίτες μετά την πληρωμή του ενοικίου διαφέρει ριζικά μεταξύ αυτών των χωρών, δημιουργώντας εντελώς διαφορετικό αντίκτυπο στην καθημερινή επιβίωση. Αντίθετα, η Κύπρος καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό, με μόλις το 2,4% των πολιτών της να δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη.

Η δρ Μαριέτα Χάφνερ από το TU Delft διευκρινίζει ότι όταν οι τιμές των κατοικιών, τα ενοίκια, ο πληθωρισμός και η ενέργεια αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς, το μερίδιο που απορροφά η στέγαση αναπόφευκτα μεγεθύνεται. Προειδοποιεί μάλιστα ότι το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος πιθανότατα θα αποτελέσει τον κύριο μοχλό νέων αυξήσεων τον επόμενο χρόνο. Παράλληλα, οι ενοικιαστές στην ελεύθερη αγορά σηκώνουν παντού το μεγαλύτερο βάρος σε σύγκριση με τους ιδιοκτήτες, όπως συμπληρώνει η δρ Βίντμερ.

Οι απόλυτοι αριθμοί αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Πάνω από 34 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα στην ΕΕ υπό το βάρος αυτής της εξοντωτικής στεγαστικής επιβάρυνσης. Η Γερμανία έχει τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό με 9,4 εκατομμύρια πληγέντες και ακολουθούν η Τουρκία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρά τον μικρό της πληθυσμό σε σχέση με αυτές τις μεγάλες χώρες, φιγουράρει στην έκτη θέση της λίστας, με 2,7 εκατομμύρια ανθρώπους να πνίγονται από τα έξοδα στέγασης. Ο πέλεκυς πέφτει βαρύτερος στα χαμηλά εισοδήματα, με το ποσοστό όσων κινδυνεύουν από φτώχεια στην ΕΕ (με εισόδημα κάτω από το 60% του εθνικού διαμέσου) να σκαρφαλώνει στο 29,1%. Το 2025, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ ήταν 1.912 ευρώ μηνιαίως, με το κρίσιμο όριο κινδύνου φτώχειας να διαμορφώνεται στα 1.147 ευρώ.

Εδώ, η Ελλάδα καταγράφει το πιο τρομακτικό στατιστικό της: το 2025, το 82,6% των ανθρώπων που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ζούσαν σε νοικοκυριά που δαπανούσαν περισσότερο από το 40% των χρημάτων τους για στέγαση. Πρακτικά, το πρόβλημα συνθλίβει περισσότερους από τέσσερις στους πέντε ευάλωτους πολίτες, όταν την ίδια στιγμή, σε κράτη όπως η Κύπρος (7,6%) και η Αλβανία (8,2%), τα ποσοστά παραμένουν σε μονοψήφια επίπεδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA