Με τις τιμές της ενέργειας να απειλούν για ένα νέο κύμα ακρίβειας και τις κυβερνήσεις να αναζητούν χρήματα για να αποτρέψουν μεγαλύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια, η Ευρώπη οδεύει προς το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου χωρίς συμφωνημένη απάντηση στην κρίση.
Στις Βρυξέλλες έχει πλέον αναγνωριστεί ότι ο χειμώνας θα είναι δύσκολος και ότι οι προσωρινές επιδοτήσεις μπορεί να αποδειχθούν αναγκαίες, ωστόσο η συζήτηση για το ποιος θα αναλάβει το κόστος τους παραμένει ανοιχτή, ειδικά από τη στιγμή που οι δημοσιονομικές αντοχές των κρατών – μελών αποκλίνουν και η αναταραχή στις αγορές ομολόγων περιορίζει τα περιθώρια νέων δαπανών.
Η αλλαγή του κλίματος αποτυπώθηκε στο Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας της 29ης Οκτωβρίου. Ο αρμόδιος επίτροπος Νταν Γιόργκενσεν αναγνώρισε την ανάγκη προσωρινών παρεμβάσεων ακόμη και στα ορυκτά καύσιμα, αποφεύγοντας όμως να δεσμευτεί για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων. Η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση του προβλήματος και στην εξεύρεση χρηματοδότησης αποτελεί πλέον τον πυρήνα των ευρωπαϊκών διαφωνιών, καθώς οι χώρες που ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία συναντούν τις αντιστάσεις όσων θεωρούν ότι νέες εξαιρέσεις θα επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού.
Η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν ήδη θέσει επισήμως το ζήτημα, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουν μέρος των δημοσιονομικών περιθωρίων που δημιουργούνται από την ενεργειακή κρίση για στοχευμένες ενισχύσεις. Η Ρώμη ζητά να ληφθούν υπόψη οι πρόσθετες φορολογικές εισπράξεις που προκαλεί ο πληθωρισμός, ενώ η Αθήνα διεκδικεί τη δυνατότητα προσωρινών παρεμβάσεων χωρίς αυτές να προσμετρώνται πλήρως στα συμφωνημένα όρια αύξησης των καθαρών δαπανών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει μέχρι στιγμής αντιταχθεί σε μια γενικευμένη διεύρυνση των εξαιρέσεων, επικαλούμενη την ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας του νέου δημοσιονομικού πλαισίου.
Οι αντιστάσεις
Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται η επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης στην Ευρώπη, με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων να αυξάνονται και τις δημοσιονομικές δυσκολίες μεγάλων οικονομιών να εντείνουν την επιφυλακτικότητα των επενδυτών. Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο της ανησυχίας λόγω των δημοσιονομικών και πολιτικών της προβλημάτων, ενώ η Ιταλία αντιμετωπίζει το βάρος του υψηλού δημόσιου χρέους της. Για τις χώρες που αντιτίθενται σε νέες παρεκκλίσεις, η ενεργειακή κρίση δεν μπορεί να αποτελέσει αφορμή για διαδοχικές εξαιρέσεις από τους κανόνες, ιδιαίτερα μετά τις διευκολύνσεις που έχουν ήδη δοθεί για την άμυνα και την ενεργειακή ασφάλεια.
Η αντίθετη προσέγγιση στηρίζεται στο επιχείρημα ότι η δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς επαρκή προστασία από το ενεργειακό σοκ, μπορεί να επιδεινώσει την οικονομική επιβράδυνση και να ενισχύσει τις κοινωνικές εντάσεις. Το δίλημμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό τους, αλλά δεν διαθέτουν τα ίδια περιθώρια με τις δημοσιονομικά ισχυρότερες οικονομίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Κυριάκος Πιερρακάκης καλείται, ως πρόεδρος του Eurogroup, να αναζητήσει κοινό έδαφος μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων, ενώ η Ελλάδα περιμένει απάντηση στο δικό της αίτημα. Η διπλή του ιδιότητα προσθέτει μια ιδιαίτερη διάσταση στις διαβουλεύσεις, χωρίς να αλλάζει το βασικό πρόβλημα, που αφορά την ανάγκη της ευρωζώνης να συμφωνήσει σε κοινή κατεύθυνση μεταξύ κυβερνήσεων που έχουν διαφορετικές δυνατότητες χρηματοδότησης της ενεργειακής στήριξης.
Η ελληνική διεκδίκηση
Η Αθήνα έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκή έγκριση για αξιοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής σε συγκεκριμένες επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ έως το 2028. Εκείνο που επιδιώκει πλέον είναι να μπορέσει να μεταφέρει 400 εκατ. ευρώ από αυτό το πλαίσιο σε άμεσες ενισχύσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, διατηρώντας 600 εκατ. ευρώ για επενδύσεις. Σε συνδυασμό με πρόσθετο περιθώριο 200 εκατ. ευρώ που έχει προβλεφθεί στον σχεδιασμό του 2027, θα μπορούσε να δημιουργηθεί δυνατότητα παρεμβάσεων συνολικού ύψους 600 εκατ. ευρώ.
Η ελληνική επιχειρηματολογία στηρίζεται στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, χωρίς όμως αυτό να αρκεί για την παράκαμψη των ευρωπαϊκών ορίων δαπανών. Η Κομισιόν έχει διαχωρίσει τη χρηματοδότηση επενδύσεων που περιορίζουν την ενεργειακή εξάρτηση από τις άμεσες επιδοτήσεις κατανάλωσης, αφήνοντας ανοιχτό το κρίσιμο ζήτημα της χρήσης των κονδυλίων.
Η προσπάθεια διεύρυνσης της συζήτησης πέρα από τους υπουργούς Οικονομικών αποκτά επίσης σημασία.
Η ελληνική πρόταση για κοινή συνεδρίαση των υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών υποστηρίχθηκε από τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία και τη Ρουμανία, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει υπάρξει σχετική απόφαση. Η πρωτοβουλία αντανακλά την πίεση για μια πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή αντιμετώπιση, αντί για διαφορετικά εθνικά προγράμματα στήριξης. Το Eurogroup της Δευτέρας αναμένεται έτσι να αποτελέσει έναν ακόμη σταθμό στις διαβουλεύσεις, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ανακοινωθεί συμφωνία για πρόσθετη ευελιξία.
Premium έκδοση ΤΑ ΝΕΑ
