Η αγορά εργασίας της Ευρωζώνης παραμένει ανθεκτική, παρά την ήπια επιβράδυνση, η οποία σχετίζεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις δημογραφικές αντιξοότητες, υποστηρίζει νέα ανάλυση της Οxford Economics. Εξετάζοντας τα επίπεδα αναξιοποίητου δυναμικού σε κάθε χώρα διαπιστώνει ότι η Ελλάδα έχει τα μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης μετά την Ισπανία.
Στις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, η απασχόληση τα τελευταία χρόνια αυξάνεται, ενίοτε με ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά το χάσμα παραμένει.
Αυτό σημαίνει ότι η ανεργία μπορεί να μειωθεί κι άλλο τα επόμενα χρόνια, χωρίς να πέσει κάτω από το επίπεδο που προκαλεί ανεξέλεγκτες πιέσεις στους μισθούς και αυξήσεις στον πληθωρισμό.

Yπάρχει και «καλή» ανεργία;
Για τους φιλελεύθερους οικονομολόγους, το ποσοστό ανεργίας που δεν επιταχύνει τον πληθωρισμό (Non Accelerating Inflation Rate of Unemployment – NAIRU), που ονομάζεται και φυσικό ποσοστό ανεργίας ή ανεργία ισορροπίας, θεωρείται η χρυσή τομή για την οικονομία, που λειτουργεί σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης.
Αν η ανεργία ανέβει πάνω από το επιθυμητό επίπεδο, τότε αναμένεται να υπάρχει επιβράδυνση στον πληθωρισμό και στο ρυθμό μεταβολής των μισθών. Όταν όμως το ποσοστό ανεργίας είναι κάτω από το NAIRU, τότε η αγορά εργασίας θεωρείται «σφιχτή» και αναμένεται να υπάρχουν πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές και στους μισθούς.
Το ελληνικό παράδοξο
Στην Ελλάδα έχουμε παράδοξο, να έχουμε υψηλότερη ανεργία από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, την υψηλότερη μακροπρόθεσμη ανεργία, χαμηλότερα επίπεδα απασχόλησης, χαμηλότερους μισθούς και υψηλότερο πληθωρισμό.
Τα παραπάνω δημιουργούν μια αντιφατική εικόνα, που δυσχεραίνει τις προβλέψεις. Παρά τις επιφυλάξεις, οι οικονομολόγοι του πολυεθνικού συμβουλευτικού οίκου, επιμένουν ότι Ελλάδα, ανήκει στις «τυχερές» που μπορούν και πολύ καλύτερα. Μπορούμε δηλαδή να μειώσουμε κι άλλο την ανεργία, χωρίς να ανέβουν οι μισθοί περισσότερο από όσο «αντέχει» η οικονομία.
Χαλαρή και σφιχτή αγορά εργασίας
Για τους εργαζόμενους αυτό δεν είναι απαραίτητα θετική προοπτική. Η διαπίστωση της Oxford Economics διαβάζεται και ανάποδα: η αγορά εργασίας στη χώρα μας είναι ακόμα «χαλαρή», δηλαδή έχει περισσότερες κενές θέσεις εργασίας από ό,τι ανέργους (αν και όχι σε όλους τους κλάδους), και υψηλά ποσοστά αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού.
Το αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό (labour slack), δεν αφορά μόνο τους άνεργους, αλλά και τους υποαπασχολούμενους και όσους έχουν απογοητευθεί και έχουν σταματήσει να ψάχνουν για δουλειά. Είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που παραμένουν «αόρατοι» από τους επίσημους δείκτες ανεργίας της ΕΛΣΤΑΤ. Σε αυτούς πιθανόν περιλαμβάνονται και οι εγγεγραμμένοι άνεργοι στα μητρώα της ΔΥΠΑ, που είναι διπλάσιοι από όσους αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ.

Ιστορικά χαμηλή η ανεργία στην Ευρωζώνη τον Μάρτιο
Η ανεργία στην Ευρωζώνη τον Μάρτιο υποχώρησε στο 6,2%, σε ιστορικά χαμηλό ποσοστό.
Αυτό σημαίνει ότι δουλειές υπάρχουν και η αγορά εργασίας παραμένει επί του παρόντος «σφιχτή». Το εισόδημα από τους μισθούς συνεχίζει να υποστηρίζει την κατανάλωση, σε μια περίοδο κρίσιμη, που τα νοικοκυριά πιέζονται από τον πληθωρισμό.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτουν οι αναλυτές της Oxford Economics είναι αν η εικόνα αυτή είναι συγκυριακή ή αν αντικατοπτρίζει βαθύτερες, διαρθρωτικές βελτιώσεις.
Η απάντηση είναι εν μέρει καθησυχαστική. Στην Ευρωζώνη δεν έχει μειωθεί μόνο η κυκλική ανεργία, η οποία συνδέεται με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου ύφεσης και ανάκαμψης. Έχει μειωθεί η διαρθρωτική ανεργία, η οποία συνδέεται με μακράς διάρκειας διαταραχές, που δυσχεραίνουν την εύρεση εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας έχει χώρο να υποστηρίξει περεταίρω την εσωτερική ζήτηση, χωρίς να δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις.
Πού οφείλεται η μείωση της διαρθρωτικής ανεργίας
Η αύξηση του μορφωτικού επιπέδου (πλέον το 40% των εργαζομένων στην Ευρωζώνη είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), η ισχυρή αύξηση των επενδύσεων και η στροφή σε τομείς που βασίζονται περισσότερο στη γνώση, έχουν τη δυνατότητα να στηρίξουν περισσότερο τη «διαθρωτική σύσφιξη» στην αγορά εργασίας. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότi η τάση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της διαρθρωτικής ανεργίας κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδας και να οδηγήσει σε αύξηση του δυνητικού ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, γεφυρώνοντας το χάσμα παραγωγικότητας.
Η ελληνική αγορά εργασίας
Μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία, η Ελλάδα ανήκει στη ζώνη όπου η αγορά εργασίας δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Παράλληλα, είναι μία από τις χώρες που, μαζί με την Πορτογαλία «τροφοδοτούν» την αύξηση της απασχόλησης στην Ευρωζώνη. Αυτό όμως συμβαίνει επειδή η Ελλάδα ξεκίνησε από πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας, ενώ τo ποσοστό απασχόλησης, παρά την άνοδό του, παραμένει το χαμηλότερο στην Ευρώπη, στο 71% το 2025, έναντι 76,1% του μέσου όρου της ΕΕ.
Ζητήσαμε από τον ανώτερο οικονομολόγο (senior economist) Πάολο Γκρινιάνι, συγγραφέα της μελέτης του Οxford Economics, να μας σχολιάσει την κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας.
Όπως μας είπε, η αγορά εργασίας στη χώρα μας έχει δύο βασικούς τομείς με σημαντικά περιθώρια βελτίωση: την αξιοποίηση της προσφοράς εργασίας και την αποτελεσματικότητα της αντιστοίχισης προσφοράς και ζήτησης.
«Πιο συγκεκριμένα, η απασχόληση των γυναικών παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Είναι η δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωζώνη, μετά την Ιταλία», δηλώνει στο in o ανώτερος οικονομικός αναλυτής.
«Η δε μακροχρόνια ανεργία είναι η υψηλότερη στην ΕΕ, γεγονός που αντανακλά το μεγάλο ποσοστό εργαζομένων που δεν έχουν καταφέρει να βρουν εργασία για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Στη θετική πλευρά, και οι δύο τομείς είναι μπορούν να βελτιωθούν με πολιτικές παρεμβάσεις, μέσω στοχευμένων προγραμμάτων επανεκπαίδευσης και φορολογικών κινήτρων», συμπληρώνει.
Το δημογραφικό η μεγαλύτερη πρόκληση για την αγορά εργασίας
Σύμφωνα με την ανάλυση των οικονομολόγων, το μεγάλο αγκάθι για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα, είναι το δημογραφικό.
«Κοιτώντας μπροστά, αναμένουμε ότι η ελληνική οικονομία θα ξεπεράσει τις επιδόσεις της υπόλοιπης Ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια. Η αγορά εργασίας θα συνεχίζει να βελτιώνεται μέσω της μείωσης της ανεργίας και της αύξησης των ποσοστών συμμετοχής. Η πιο επείγουσα διαρθρωτική πρόκληση, ωστόσο, παραμένει ο ταχέως συρρικνούμενος πληθυσμός σε ηλικία εργασίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις μας ο πληθυσμός αυτός θα μειωθεί κατά περίπου μισό εκατομμύριο την επόμενη δεκαετία. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί μέσω συμβατικών εργαλείων πολιτικής», δηλώνει ο Γκρινιάνι.
Ο μεγάλος άγνωστος: η τεχνητή νοημοσύνη
Το πιο αβέβαιο κομμάτι της ανάλυσης αφορά την τεχνητή νοημοσύνη. Από τη μια, η ΤΝ μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να δημιουργήσει νέες δουλειές και να ανεβάσει τους μισθούς μακροπρόθεσμα. Από την άλλη, αν η αυτοματοποίηση εκτοπίσει εργαζόμενους σε επαναλαμβανόμενες εργασίας ρουτίνας, ταχύτερα απ’ όσο η αγορά μπορεί να τους απορροφήσει, τότε θα μπορούσαμε να δούμε μια νέα μορφή διαρθρωτικής ανεργίας.
Οι αναλυτές της Oxford Economics, κλίνουν προς το αισιόδοξο σενάριo. Θεωρούν λιγότερο πιθανά τα ακραία δυστοπικά σενάρια. Αλλά παραδέχονται ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα. Η ΤΝ παραμένει ο μεγάλος άγνωστος.
