AI: Πόσο κοντά είναι ένας Αρμαγεδδώνας τεχνητής νοημοσύνης – Το μεγάλο στοίχημα για τις κυβερνήσεις

Όπως φάνηκε στα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ChatGPT το 2022, η οποία πυροδότησε την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και μια σειρά προειδοποιήσεων από τους επικεφαλής εταιρειών AI για επικείμενο Αρμαγεδδώνα στην αγορά εργασίας, το δυσοίωνο μήνυμα για το τι μέλει γενέσθαι έχει ήδη διαδοθεί.

Επτά στους δέκα Αμερικανούς πιστεύουν ότι η AI θα δυσκολέψει περαιτέρω την εύρεση εργασίας, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά που ήδη έχει. Τον φόβο εντείνει η έλλειψη θέσεων εργασίας για τους πτυχιούχους, ιδίως για τους προγραμματιστές υπολογιστών.

Οι άνθρωποι θα έχουν ολοένα μικρότερη αγοραστική δύναμη, ενώ οι ίδιοι ενδέχεται να καταστούν «αντιοικονομικοί»

Ωστόσο, το παρελθόν προσφέρει κάποια παρηγοριά σε όσους ανησυχούν. Οι αγορές εργασίας μεταβάλλονται συνεχώς. Τα σημερινά γραφεία θα ήταν αγνώριστα για έναν εργαζόμενο πριν από 50 χρόνια, ενώ ποτέ στη σύγχρονη ιστορία, η τεχνολογική πρόοδος δεν έχει πλήξει τη ζήτηση για ανθρώπινο εργατικό δυναμικό στο σύνολό της. Οι επιστήμονες που ασχολούνται με την οικονομική ιστορία υποβαθμίζουν τη σημασία της «παύσης του Ένγκελς», της περιόδου κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης κατά την οποία οι μισθοί των εργατών αυξήθηκαν βραδύτερα σε σύγκριση με την ευρύτερη οικονομία.

Το παρελθόν, όμως, δεν είναι πάντα αξιόπιστος οδηγός για το μέλλον. Όπως αναφέρει ο Economist, τα κορυφαία μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να χειριστούν πολύ πιο σύνθετες εργασίες προγραμματισμού από ό,τι προέβλεπαν οι άνθρωποι πριν από έναν χρόνο.

Ο αριθμός των AI agents έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Οι δαπάνες των επιχειρήσεων για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν αυξηθεί δραματικά. Τα ετήσια επαναλαμβανόμενα έσοδα της Anthropic αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισ. δολάρια μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Την ίδια στιγμή, τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς εργασίας δεν δείχνουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη καταργεί πολλές θέσεις εργασίας.

Στα πρόθυρα μιας μεγάλης αναστάτωσης

Ωστόσο, δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο η AI εξελίσσεται, η κοινωνία ενδέχεται να βρίσκεται στο χείλος μιας βαθιάς ανακατανομής των πόρων αλλά και πολιτικών αναταραχών.

Η πρόβλεψη των οικονομολόγων ότι δεν θα υπάρξει επίπτωση στην προσφορά εργασίας φαντάζει λιγότερο καθησυχαστική από ό,τι πράγματι είναι, ειδικά σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αν και η αγορά θα αναπροσαρμόζει την προσφορά για ανθρώπινη εργασία όσο τα μοντέλα και τα ρομπότ εξελίσσονται, τίποτα δεν εγγυάται την ποιότητα των θέσεων εργασίας και τους μισθούς. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Goldman Sachs, τα κέντρα δεδομένων (data centers) αναμένεται να αντιπροσωπεύουν το 8,5% της μέγιστης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της Αμερικής το 2027 από 4,1% το 2025.

Καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης θα αυξάνει τη ζήτηση για γη, ενέργεια και άλλους κρίσιμους πόρους, οι τιμές τους θα ανεβαίνουν παρασύροντας το κόστος των υπόλοιπων αγαθών. Έτσι, τα χρήματα που θα κερδίζουν οι άνθρωποι θα έχουν ολοένα μικρότερη αγοραστική δύναμη, ενώ οι ίδιοι ενδέχεται να καταστούν «αντιοικονομικοί», όπως συνέβη κάποτε με τα άλογα όταν εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα.

Ως εκ τούτου, το εισόδημα θα καταλήγει κυρίως ή αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες κεφαλαίου, οι οποίοι στη συνέχεια θα το δαπανούν σε προϊόντα που θα παράγονται από συστήματα AI και ρομπότ, με χρήση φυσικών πόρων που οι ίδιοι θα ελέγχουν.

Τα καμπανάκια της Σίλικον Βάλεϊ

Αυτή η δυστοπική πιθανότητα κρύβεται πίσω από τις προειδοποιήσεις της Σίλικον Βάλεϊ ότι θα χρειαστεί κρατική παρέμβαση και ίσως ένα καθολικό βασικό εισόδημα. Αν και το σενάριο φαίνεται μακρινό – αν ποτέ συμβεί -, οι κυβερνήσεις ίσως χρειαστεί να δράσουν νωρίτερα.

Το βρετανικό μέσο χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Κίνας για να γίνει κατανοητό ότι δεν χρειάζεται να καταρρεύσει όλη η αγορά εργασίας για να πυροδοτηθεί η λαϊκή οργή. Αρκεί να πληγεί μια ομάδα ανθρώπων που νιώθει ότι χάνει το μέλλον της.

Από το 1999 έως το 2011, περίπου δύο εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν τη δουλειά τους, επειδή η ασιατική χώρα μπήκε δυναμικά στο παγκόσμιο εμπόριο. Αυτό γιατί πολλές αμερικανικές βιομηχανίες δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα φθηνότερα κινεζικά προϊόντα.

Αν και στις ΗΠΑ αυτό αντανακλά τις συνήθεις μηνιαίες ανακατατάξεις στην αγορά εργασίας, πολλοί εργαζόμενοι ένιωσαν εγκαταλελειμμένοι και οργισμένοι με την παγκοσμιοποίηση. Η δυσαρέσκεια οδήγησε με τη σειρά της στην ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία και στους υψηλότερους δασμούς από τη δεκαετία του 1930.

Οι αντιδράσεις που ήδη υπάρχουν για τα νέα data centers ίσως είναι μόνο η αρχή. Από την άλλη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι υπάλληλοι γραφείου που απειλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη έχουν μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική επιρροή σε σύγκριση με τους εργάτες στα εργοστάσια που πλήττονται από τον κινεζικό ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και λίγες απολύσεις λόγω ΑΙ μπορεί να προκαλέσουν πολύ ισχυρές αντιδράσεις απέναντι στην τεχνολογία.

Μια τέτοια αναστάτωση θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ευρύτερες κοινωνικές εντάσεις, ακόμα και εξεγέρσεις.

Τι θα μπορούσε να γίνει από πλευράς κυβερνήσεων

Μια λύση για τις κυβερνήσεις είναι να προσπαθήσουν να επιβραδύνουν τον ρυθμό της αλλαγής μετριάζοντας παράλληλα τις επιπτώσεις της μέσω της υψηλότερης φορολόγησης των υπερκερδών. Διακεκριμένοι οικονομολόγοι σε όλο τον κόσμο έχουν προτείνει υψηλότερους φόρους στο κεφάλαιο και χαμηλότερους στην εργασία. Ορισμένοι ακτιβιστές επιθυμούν την επιβολή φόρων στα κέντρα δεδομένων.

Σε κάθε περίπτωση, το να μπει φρένο στην τεχνολογία δεν θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση. Για παράδειγμα, η Κίνα παροτρύνει τις εταιρείες της να υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς όμως να απολύσουν εργαζομένους.

Η ανθρωπότητα είναι πιθανό να αποκομίσει τεράστια οφέλη από την AI, όχι μόνο σε μεγαλύτερο πλούτο αλλά και στην καταπολέμηση ασθενειών και στην επίλυση προβλημάτων όπως η κλιματική αλλαγή και η φτώχεια. Αν οι Λουδδίτες είχαν σταματήσει την αυτοματοποίηση των κλωστοϋφαντουργείων στην Αγγλία στις αρχές του 19ου αιώνα, ο κόσμος θα μπορούσε να είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση σήμερα, τονίζει το βρετανικό μέσο.

Καλύτερη επιλογή είναι να φορολογηθούν τα υπερκέρδη από το εισόδημα των εργαζομένων που χάνεται όσο μειώνεται η απασχόληση. Έξυπνες φορολογικές μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να στοχεύσουν τα υψηλά κέρδη εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, κατασκευαστών μικροτσίπ, κέντρων δεδομένων ή άλλων επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού. Επίσης, φόροι κληρονομιάς για την αποτροπή της εδραίωσης μιας ελίτ κατόχων κεφαλαίου φαίνονται να ισχυροποιούνται ως επιχειρήματα.

Παράλληλα, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους να προσαρμοστούν. Η δημόσια ασφάλιση μισθών, η οποία μετριάζει τη μείωση του εισοδήματος μετά την απώλεια της εργασίας, μπορεί να βοηθήσει τους εργαζόμενους να βρουν καλύτερες ευκαιρίες (και έτσι να αποσβέσει τελικά το κόστος της).

Οι πολιτικές της Δανίας, στο πλαίσιο των οποίων το κράτος βοηθά τους πολίτες να βρουν και να εκπαιδευτούν σε νέα επαγγέλματα, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές για τη μείωση της διάρκειας της ανεργίας.

Αυτές οι ιδέες θα έκαναν την οικονομία πιο αποδοτική και πιο δίκαιη, αλλά δεν είναι σίγουρο αν θα ικανοποιούσαν τους ψηφοφόρους που αντιμετωπίζουν γενικευμένη αβεβαιότητα. Σε μια εποχή λαϊκισμού, οι τεχνοκρατικές μεταρρυθμίσεις είναι δύσκολο να γίνουν αποδεκτές, αλλά σε ένα εργατικό δυναμικό που θα αποτελείται εξ ολοκλήρου από τεχνητή νοημοσύνη, οι άνθρωποι θα χρειαστούν βοήθεια για να επιβιώσουν και όχι για να προσαρμοστούν.

Σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι ριζοσπαστικές ιδέες, όπως η μερική εθνικοποίηση των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, βρίσκουν έδαφος. Αυτή την εβδομάδα, ένας σύμβουλος του προέδρου της Νότιας Κορέας πρότεινε ένα «μέρισμα» για τους πολίτες από τις επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης, προκαλώντας πτώση 5% στο τοπικό χρηματιστήριο, πριν κάνει πίσω.

Είναι κοινή η παραδοχή ότι ένας «Αρμαγεδδώνας» της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχει φτάσει ακόμα. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις καλύτερα να δράσουν τώρα αντί να περιμένουν να συγκεντρωθούν αδιάσειστα στοιχεία προκειμένου να δημιουργήσουν ένα δίχτυ ασφαλείας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA