Ο δρόμος για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να είναι στρωμένος με συγκρατημένη αισιοδοξία, αλλά και με την ανάγκη για βαθιές τομές. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή παρουσιάζει μια εικόνα «ανθεκτικότητας» σε μια Ευρώπη που συχνά φλερτάρει με τη στασιμότητα.
Η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζεται από μια προσωρινή ανθεκτικότητα που όμως απειλείται από σοβαρές δομικές αδυναμίες
Διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το 2026 είναι η τελευταία χρονιά απορρόφησης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι οργανισμοί προειδοποιούν ότι αν οι επενδύσεις δεν έχουν δημιουργήσει έως τότε μόνιμη παραγωγική βάση, ο ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να υποχωρήσει σημαντικά.
Παρά την άνοδο των εξαγωγών, οι εισαγωγές παραμένουν πολύ υψηλές. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης «φεύγει» στο εξωτερικό.
Η Ελλάδα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι
Το 11ο οικονομικού Φόρουμ των Δελφών αποτέλεσε το βήμα για μια ουσιαστική συνάντηση τεσσάρων ανθρώπων που έχουν διαχειριστεί τις τύχες της ελληνικής οικονομίας έχοντας στα χέρια τους το τιμόνι του υπουργείου Οικονομικών.
Οι κκ. Νίκος Χριστοδουλάκης, Γιώργος Αλογοσκούφης, Γιώργος Χουλιαράκης και Γιώργος Ζανιάς εξέπεμψαν ένα «καμπανάκι» ανησυχίας, το οποίο, παρά τις επιμέρους αποχρώσεις, συνέκλινε σε ένα κοινό συμπέρασμα: η τρέχουσα ανάπτυξη, αν και υπαρκτή, πατάει σε γυάλινα πόδια.
Στο ίδιο σημείο με το 2018
Ο Νίκος Χριστοδουλάκης έθεσε το πλαίσιο της συζήτησης υπογραμμίζοντας το οξύμωρο μεταξύ της «προφορικής διαβεβαίωσης» για την ανθεκτικότητα της οικονομίας και της σκληρής πραγματικότητας των αριθμών. Παρόλο που η βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία είναι αδιαμφισβήτητη, ο πρώην υπουργός επεσήμανε ότι η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν το 2018, την επαύριο της εξόδου από τα μνημόνια.

Παρά τη «γιγαντιαία συμβολή» των προγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης, οι μεσοχρόνιες προβλέψεις παραμένουν ασθενείς λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας και των δημογραφικών πιέσεων. Η διαπίστωση ότι «κάτι δεν πήγε θεμελιωδώς καλά» στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη στασιμότητα.
Η κρίσιμη αδυναμία
Από την πλευρά του, ο Γιώργος Ζανιάς αναγνώρισε την πρόοδο της χώρας, αποδίδοντάς την στην ενίσχυση της αξιοπιστίας και τη δυναμική του τραπεζικού συστήματος. Ωστόσο, ανέδειξε μια κρίσιμη αδυναμία: ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας παραμένει «εκτός παιχνιδιού». Περίπου 2,5 εκατομμύρια Έλληνες με δάνεια ύψους 80 δισεκατομμυρίων ευρώ βρίσκονται στα χέρια των servicers και παραμένουν εκτός χρηματοδότησης (non-bankable) από τις τράπεζες.
Παρά την εντυπωσιακή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις (11% ετησίως την περίοδο 2022-2025), η πρόκληση παραμένει η ενσωμάτωση του αποκλεισμένου αυτού τμήματος στον οικονομικό ιστό.

Τα τρία δομικά προβλήματα
Ο Γιώργος Αλογοσκούφης εστίασε σε τρία δομικά προβλήματα που απειλούν τη μεσοχρόνια δυναμική της Ελλάδας:
- Δημογραφικό: Η μείωση του πληθυσμού επιβραδύνει αναπόφευκτα την ανάπτυξη.
- Παραγωγικότητα: Τα επίπεδα αύξησης χαρακτηρίζονται ως απογοητευτικά, στερώντας από την οικονομία τη δυνατότητα να παράγει πλούτο με πιο αποδοτικό τρόπο.
- Αποταμίευση vs Επένδυση: Η χώρα υποφέρει από εξαιρετικά χαμηλές αποταμιεύσεις, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλές επενδύσεις και διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η προειδοποίησή του ήταν σαφής: κάθε φορά που η Ελλάδα επιχειρεί να αναπτυχθεί χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις στο παραγωγικό της μοντέλο, σκοντάφτει στις ίδιες ανισορροπίες που οδήγησαν στα μνημόνια.
Οι άμεσες ανάγκες
Τέλος, ο Γιώργος Χουλιαράκης μετέφερε τη συζήτηση στο μέλλον, προειδοποιώντας για την επερχόμενη επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης. Όλες οι εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών συγκλίνουν στο ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, η ελληνική ανάπτυξη θα υποχωρήσει σε επίπεδα κοντά στο 1%.
Αυτοί οι χαμηλοί ρυθμοί αποτελούν σύμπτωμα σοβαρών ελλείψεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην τεχνολογική ανανέωση. Το γεγονός ότι η οικονομία λειτουργεί σήμερα «πάνω από την παραγωγική της δυνατότητα», η οποία είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του 2007-08, αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση ενίσχυση των υποδομών και της καινοτομίας.

Γιατί η ανάπτυξη μπορεί να «φρενάρει» στο 1%
Το δημογραφικό είναι ίσως το μεγαλύτερο «βαρίδι». Η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού σημαίνει λιγότερα χέρια στην παραγωγή και μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό, γεγονός που αφαιρεί μονάδες από το ΑΕΠ μακροπρόθεσμα.
Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF): Μετά το 2026, όταν αυτά τα κεφάλαια στερέψουν, η οικονομία θα πρέπει να βρει νέες εσωτερικές πηγές «καυσίμου».
Η χαμηλή παραγωγικότητα. Παρά τις επενδύσεις, η ελληνική παραγωγή παραμένει εστιασμένη σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ. απλή εστίαση, χαμηλού επιπέδου υπηρεσίες) αντί για την υψηλή τεχνολογία και τη βαριά βιομηχανία.
Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που εκπορεύονται από τους κανόνες της ΕΕ επιβάλλουν πλεονάσματα για τη μείωση του χρέους, κάτι που περιορίζει τη δυνατότητα του κράτους να κάνει μεγάλες επενδύσεις.

Τα «αντίβαρα»
Υπάρχουν όμως και δυνάμεις που θα μπορούσαν να διατηρήσουν την ανάπτυξη πάνω από το 2%:
Η μετάβαση στις ΑΠΕ και οι αγωγοί φυσικού αερίου/ηλεκτρισμού μπορούν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε εξαγωγέα ενέργειας.
Αν η ψηφιοποίηση του κράτους και των επιχειρήσεων οδηγήσει σε πραγματική μείωση της γραφειοκρατίας, η παραγωγικότητα θα αυξηθεί.
Αν η χώρα διατηρήσει την επενδυτική βαθμίδα και σταθερό φορολογικό περιβάλλον, μπορεί να προσελκύσει κεφάλαια που δεν βασίζονται μόνο στον τουρισμό.
Η «παγίδα» των μέσων όρων
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το 1% στην Ελλάδα δεν είναι το ίδιο με το 1% στη Γερμανία. Μετά από μια δεκαετία κρίσης όπου χάθηκε το 25% του ΑΕΠ, η ανάπτυξη του 1% θεωρείται «στασιμότητα» που δεν επιτρέπει τη γρήγορη σύγκλιση με το ευρωπαϊκό βιοτικό επίπεδο.
