Το δημογραφικό ζήτημα στην Ελλάδα αποτελεί μια κρίσιμη πρόκληση η οποία δεν αφορά πλέον το μακρινό μέλλον. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά για ένα πλέγμα αλληλένδετων παραγόντων που οδηγούν σε συρρίκνωση και γήρανση του πληθυσμού, αντιστρέφοντας την ηλικιακή πυραμίδα.
H χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν «δημογραφικό χειμώνα» που απειλεί τη μελλοντική της κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη
Τα ποσοστά γεννήσεων συνεχίζουν να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πολύ κάτω από το όριο που απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού.
Μία από τις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρώπης
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυμαίνεται γύρω στο 1,25 ανά γυναίκα, παρουσιάζοντας ελάχιστες μεταβολές τα τελευταία χρόνια και απέχοντας πολύ από το 2,09 που είχε η χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της χώρας. Από τα υψηλά ποσοστά των αρχών του 20ού αιώνα, περάσαμε σε μια φάση «δημογραφικού χειμώνα» που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2010.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο δείκτης παρέμενε πάνω από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,1). Το 1950 ο δείκτης ήταν περίπου 2,5, ενώ μέχρι το 1970 διατηρήθηκε στο 2,3-2,4. Η παραδοσιακή δομή της οικογένειας ήταν ακόμη ισχυρή.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο δείκτης έπεσε για πρώτη φορά κάτω από το 2,1.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξε μια μικρή ανάκαμψη λόγω της οικονομικής ευφορίας και της ενσωμάτωσης μεταναστών, φτάνοντας το 1,50 το 2008.
Η οικονομική κρίση λειτούργησε ως καταλύτης. Ο δείκτης υποχώρησε ξανά, φτάνοντας στο 1,23 το 2017.
Σήμερα, το 2026, ο δείκτης παραμένει καθηλωμένος σε επίπεδα μεταξύ 1,24 και 1,28, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρώπης.
Να σημειώσουμε πως χώρες όπως το Μαυροβούνιο, η Βουλγαρία και η Γεωργία εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας, με περίπου 1,7 παιδιά ανά γυναίκα. Αντίθετα, σε πολλές χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπου ανήκει και η Ελλάδα, τα ποσοστά παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλά.

7,3 εκατομμύρια έως το 2100
Όσον αφορά τον πληθυσμό της χώρας, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής αναμένεται να μειωθεί κατά 14% μέχρι το 2050.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050, διαπιστώνεται μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο.
Οι σύγχρονες προκλήσεις, όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η ανεργία, η υπεραπασχόληση των γονέων και η έλλειψη επαρκών κοινωνικών πολιτικών υποστήριξης (π.χ. παιδικοί σταθμοί, άδειες), λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την απόκτηση παιδιών.
Η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί και ο πληθυσμός θα φτάσει τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100 με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και στην αγορά εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Ένας σημαντικός δείκτης για την ηλικιακή πυραμίδα
Το πρόβλημα είναι συνολικότερο και «ακουμπά» το σύνολο της Ευρώπης. Η δημογραφική πυραμίδα της ΕΕ για το 2025 παρουσιάζει μια κοινωνία με υψηλό προσδόκιμο ζωής, χαμηλό ποσοστό θνησιμότητας και χαμηλά ποσοστά γεννήσεων. Ο πληθυσμός αποτελείται κυρίως από άτομα σε ηλικία εργασίας άνω των 50 ετών, ενώ το ποσοστό των νέων κάτω των 20 ετών είναι σημαντικά μικρότερο.

Μεταξύ του 2025 και του 2100, το ποσοστό των παιδιών, των νέων και των ατόμων σε ηλικία εργασίας στο συνολικό πληθυσμό της ΕΕ αναμένεται να μειωθεί. Το ποσοστό των παιδιών και των νέων (ηλικίας 0-19 ετών) προβλέπεται να μειωθεί από 20 % σε 17 %, ενώ το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας (ηλικίας 20-64 ετών) αναμένεται να μειωθεί από 58 % σε 50 % έως το 2100.
Μέχρι το 2100 θα παρατηρηθεί σημαντική στροφή με αυξανόμενο ποσοστό ατόμων στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες και μείωση του νεανικού πληθυσμού και του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας.
Στην Ελλάδα ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, δηλαδή η αναλογία των ατόμων (ηλικίας 65 ετών και άνω) σε σχέση με τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας (άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών), έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία 20 χρόνια.
Το 2004 ήταν στο 26,8% που σημαίνει ότι αντιστοιχούσαν περίπου τέσσερις πολίτες σε ηλικία εργασίας για κάθε άτομο μεγαλύτερο των 65 ετών. Δέκα χρόνια μετά ο δείκτης εκτοξεύτηκε στο 37% που αντιστοιχεί σε περίπου τρεις πολίτες σε ηλικία εργασίας για κάθε άτομο μεγαλύτερο των 65 ετών.
Ο παραγωγικός πληθυσμός της χώρας, ηλικίας 15 έως 64 ετών, θα μειωθεί κατά περίπου 2 εκατομμύρια άτομα μέχρι το 2050.

Αναζητούνται λύσεις
Το τρίπτυχο «γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο», αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της κοινωνίας καθώς νέες δοκιμασίες αναδύονται στην οργάνωση της αγοράς εργασίας σε ένα περιβάλλον μειωμένου εργατικού δυναμικού.
Στα σενάρια που εξετάζονται για να αντιστραφεί η δυσμενής κατάσταση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, κεντρικό ρόλο έχει η αξιοποίηση δεξαμενών εργατικού δυναμικού, οι οποίες σήμερα εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
