Τις κοινωνικές προκλήσεις που συνδέονται με το δημογραφικό αναλύει νέα έρευνα που βλέπει το φως της δημοσιότητας. Τα συμπεράσματα μαρτυρούν την αλλαγή νοοτροπίας των νέων απέναντι στη γονεϊκότητα.
Βραδυφλεγής «βόμβα» το δημογραφικό και αλλαγή νοοτροπίας των νέων απέναντι στη γονεϊκότητα
Η Ελλάδα γερνάει και την ίδια ώρα η γονιμότητα συρρικνώνεται και τα ποσοστά ατεκνίας αυξάνονται. Οι προτεραιότητες έχουν μετατοπιστεί με τα ευρήματα της έρευνας να πιστοποιούν πως οι γυναίκες είναι αυτές που διστάζουν περισσότερο να κάνουν παιδιά, ανατρέποντας τα στερεότυπα.

Μέγα εθνικό πρόβλημα το δημογραφικό
Ανασταλτικοί παράγοντες
Η τάση των ζευγαριών με διπλά εισοδήματα και χωρίς παιδιά κερδίζει έδαφος, επιλέγοντας έναν τρόπο ζωής με μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια, ελευθερία κινήσεων και λιγότερες ευθύνες.
Πολλοί νέοι καθυστερούν την επισημοποίηση των σχέσεών τους (γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης) ή δεν βρίσκονται καν σε σχέση, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την απόκτηση παιδιών.
Οι σύγχρονες προκλήσεις, όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η ανεργία, η υπεραπασχόληση των γονέων και η έλλειψη επαρκών κοινωνικών πολιτικών υποστήριξης (π.χ. παιδικοί σταθμοί, άδειες), λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την απόκτηση παιδιών.
Τέσσερις στις δέκα νέες γυναίκες δεν θέλουν να κάνουν παιδιά
Η δημοσκόπηση της Palmos Analysis, για λογαριασμό του «Ελεύθερου Τύπου», εξετάζει τις δημογραφικές εξελίξεις και προοπτικές με ορισμένα από τα στοιχεία να είναι ιδιαίτερα δυσοίωνα.
Για παράδειγμα, οι νέοι, και ειδικότερα οι νέες γυναίκες, είναι πιο επιφυλακτικές ή αρνητικές απέναντι στην ιδέα της απόκτησης παιδιών σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές.
Συγκεκριμένα, τέσσερις στις δέκα Ελληνίδες ηλικίας έως 34 ετών δεν θέλουν ή δεν ξέρουν αν θέλουν να κάνουν παιδιά δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη, την αυτονομία και τους προσωπικούς στόχους, πριν από τη δημιουργία οικογένειας.
Οι νέοι άνδρες είναι πιο θετικοί απέναντι στο ενδεχόμενο να γίνουν γονείς απ’ ό,τι οι γυναίκες, ανατρέποντας τα στερεότυπα πολλών χρόνων που ήθελαν τις δεύτερες να νιώθουν πιο έντονα την ανάγκη αυτή.
Γιατί δεν κάνουν παιδιά
Στη «μεγάλη εικόνα», το 65% των νέων έως 34 ετών δηλώνουν πως θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, ένα 24% λέει «όχι» και ένα 11% «δεν είμαι σίγουρος/η».
Τρεις στους τέσσερις νέους έως 34 ετών δεν έχουν παιδιά, ενώ στις γυναίκες 35-44 ετών το ποσοστό είναι 28%, αγγίζοντας τα όρια γονιμότητας.
Στο ερώτημα «ποιος/ποιοι θα λέγατε ότι είναι ο βασικός λόγος/οι για τους οποίους δεν θέλετε να αποκτήσετε παιδιά ή δεν είστε σίγουρος/η» τα αποτελέσματα δεν προκαλούν καμία έκπληξη.
Πρώτη και με διαφορά είναι η απάντηση «δεν θα τα βγάλω πέρα» με ποσοστό 34%. Ακολουθεί με 21% «για προσωπικούς λόγους». Στην τρίτη θέση (19%) ισοψηφούν «δεν είμαι έτοιμος/η για το ρόλο του γονέα» και «θεωρώ ότι θα στερηθώ την προσωπική και κοινωνική ζωή/τον τρόπο ζωή μου».
Δυσθεώρητο το βάρος των γονέων για να μεγαλώσουν ένα παιδί
Αναλύοντας τη ρίζα του προβλήματος
Μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης αμφισβήτησης και πολιτικές που δεν αντιμετωπίζουν στη ρίζα το πρόβλημα ανατρέχουμε στην πρόσφατη ανάλυση της Allianz Trade με ενδιαφέροντα συμπεράσματα όπως ότι «θα ήταν ίσως πιο σημαντικό οι οικογενειακές πολιτικές να εστιάσουν στο πώς θα διασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών για κάθε παιδί, ανεξαρτήτως του εισοδήματος των γονιών. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προωθήσουν εγκαίρως μέτρα για την προσαρμογή των αγορών εργασίας και των συνταξιοδοτικών συστημάτων σε αυτή τη νέα κοινωνική πραγματικότητα».
Η ανάλυση του χρηματοοικονομικού ομίλου τονίζεται ότι πέρα από τους αμιγώς οικονομικούς παράγοντες όπως η εργασιακή ασφάλεια και το κόστος ζωής, το κόστος για την εκπαίδευση των παιδιών είναι μια ακόμη διάσταση που επηρεάζει την απόφαση να αποκτήσει κανείς περισσότερα από ένα παιδιά.
Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας αφορά τη στέγαση. Σύμφωνα με την Allianz, μελέτες δείχνουν ότι η πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια και η προσιτή στέγαση έχουν θετική επίδραση στο μέγεθος της οικογένειας, ενώ η αύξηση του κόστους στέγασης επηρεάζει αρνητικά τους δείκτες γεννητικότητας.
Εκτός από τους παράγοντες που επηρεάζουν την υπογεννητικότητα δεν θα μπορούσε να μείνει η ανεργία κυρίως στην ηλικιακή ομάδα 25-39 ετών. Σύμφωνα με την ανάλυση της Allianz, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η γονεϊκότητα συχνά να αναβάλλεται σε περιόδους οικονομικής ύφεσης και αυξανόμενης ανεργίας.
Να σημειωθεί πως σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το συνολικό κόστος από τη γέννηση μέχρι την ενηλικίωση (18 έτη) ενός παιδιού κυμαίνεται μεταξύ 215.000 και 233.000 ευρώ, ανάλογα με τον τρόπο ζωής, τον τόπο διαμονής και τις επιλογές της οικογένειας. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 11.942-13.000 ευρώ ετησίως ή 995-1.083 ευρώ μηνιαίως
Απαισιόδοξες οι εκτιμήσεις
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι προσπάθειες αύξησης του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, του αυξανόμενου κόστους ζωής, των περιορισμένων εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας, των προβλημάτων στέγασης, και ενός αυξανόμενου ποσοστού νέων που σκοπεύουν να παραμείνουν άτεκνοι, είναι πιθανό να διατηρήσουν τον παγκόσμιο δείκτη γονιμότητας χαμηλά στο άμεσο μέλλον.
