Πιέσεις δέχεται η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, καθώς η Γερμανία εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με τα αποθέματα φυσικού αερίου σημαντικά χαμηλότερα από τον στόχο, γεγονός που καθιστά τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, αλλά κατά πάσα πιθανότητα και άλλες χώρες της ΕΕ, ευάλωτες σε νέες αυξήσεις τιμών και αναταράξεις στην αγορά.
Η πληρότητα στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου της Γερμανίας, συνολικής χωρητικότητας 250 TWh, βρίσκεται μόλις στο 62%, σημαντικά χαμηλότερα από τη νομοθετική υποχρέωση που προβλέπει την πλήρωσή τους στο 80% πριν από την έναρξη της περιόδου θέρμανσης.
Προβληματισμό προκαλούν και και τα δεδομένα συνολικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς τα αποθέματα εισέρχονται στον χειμώνα επίσης πολύ χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα, με τις αποθήκες σε ολόκληρη την Ένωση να είναι γεμάτες λίγο κάτω από το 75%.
Πώς μπορεί να επηρεάσει τις τιμές η Γερμανία
Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής φυσικού αερίου στην ΕΕ και διαθέτει τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη της να συνεχίσει να αγοράζει φυσικό αέριο από τις αγορές άμεσης παράδοσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών και για τις υπόλοιπες χώρες.
Η σημασία της αποθήκευσης είναι υψίστης σημασίας, καθώς από τα αποθέματα αυτά καλύπεται συνήθως έως και το ένα τρίτο της ζήτησης της ΕΕ κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Και μπορεί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιμένουν ότι η ΕΕ δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο έλλειψης φυσικού αερίου αυτόν τον χειμώνα, ωστόσο οι ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς εκτινάχθηκαν την Τετάρτη πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022, όταν η ήπειρος βρισκόταν στη δίνη της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε η ολοκληρωτική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Την επόμενη μέρα ο επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν διαβεβαίωνε πως «δεν αναμένουμε να υπάρξει πρόβλημα ως προς την ασφάλεια του εφοδιασμού», αναγνωρίζοντας -ανέξοδα- ότι «ωστόσο, για τους πολίτες που δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, αυτό μπορεί να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία».
Ωστόσο, η υπουργός Ενέργειας της Σουηδίας, Έμπα Μπους, τόνισε ότι η αντικατάσταση της εξάρτησης από το ρωσικό αέριο με μεγαλύτερη εξάρτηση από το αμερικανικό αέριο δεν εξαλείφει τους κινδύνους, ιδίως στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Τι πήγε λάθος;
Λίγο νωρίτερα, ανώτατος ιταλός αξιωματούχος κατηγόρησε τη Γερμανία ότι επιβαρύνει τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, επειδή δεν κατάφερε να εκπληρώσει τον στόχο αποθήκευσης του 80%. Τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ιταλίας είναι γεμάτα κατά 91%, καθώς η χώρα κατέβαλε 300 εκατ. ευρώ προκειμένου να διασφαλίσει επαρκή αποθέματα.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με διπλή επιβάρυνση: πληρώσαμε 300 εκατ. ευρώ για να γεμίσουμε τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και τώρα πληρώνουμε ακριβότερα το φυσικό αέριο επειδή οι Γερμανοί αγοράζουν τώρα […] Αυτό είναι κάτι που πραγματικά με εξοργίζει», δήλωσε την Πέμπτη ο Alessandro Noce, Ιταλός αξιωματούχος στον τομέα της ενέργειας, σε συνέδριο στο Μιλάνο.
Οπως επισημαίνουν οι FT, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες χώρες της ΕΕ, η Γερμανία αποφάσισε να μην υποχρεώσει τους διαχειριστές των εγκαταστάσεων αποθήκευσης να τις γεμίσουν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, επιλέγοντας αντ’ αυτού να βασιστεί στα κίνητρα της αγοράς. Φέτος, όμως, από τη μια οι εξελίξεις στη Μ. Ανατολή και από την άλλη οι ακραίοι καύσωνες στην Ευρώπη κράτησαν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Η Γερμανία καθησυχάζει για επάρκεια, αλλά οι τιμές είναι στα ύψη
Ετσι, το υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας παραδέχθηκε την Παρασκευή ότι η χώρα δεν θα καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο αποθήκευσης, επιχειρώντας να αμβλύνει τις ανησυχίες: «Ασφαλώς, θα ήταν καλύτερο εάν οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είχαν γεμίσει σε υψηλότερο επίπεδο», δήλωσε εκπρόσωπος του υπουργείου. «Ωστόσο, υπήρχαν λόγοι για τους οποίους αυτό δεν κατέστη δυνατό, μεταξύ των οποίων ο πόλεμος στα Στενά του Ορμούζ και οι επακόλουθες αυξήσεις των τιμών».
Στο ίδιο πλαίσιο, πρόσθεσε ότι στην παρούσα συγκυρία δεν υπάρχουν οι φόβοι του 2022 για διακοπές ηλεκτροδότησης -όταν σταμάτησαν οι ρωσικές ροές- επειδή η Γερμανία διαθέτει πλέον πολύ περισσότερες εναλλακτικές λύσεις, χάρη στους τερματικούς σταθμούς LNG που κατασκευάστηκαν μετά την κρίση, καθώς και στο «στενά διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό σύστημα».
Παρά τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα των αποθεμάτων φυσικού αερίου, η ζήτηση στην Ευρώπη έχει μειωθεί κατά περίπου 20% από το 2021, γεγονός που περιορίζει την έκθεσή της στις υψηλές τιμές σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει και οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσβάσταχτα υψηλούς λογαριασμούς.
Παρόλα αυτά, ο επίτροπος Ενέργειας έχει τονίσει ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να επανεξετάσει τα σχέδιά της για την απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG από τις αρχές του 2027, παρά τις ανησυχίες για τις υψηλές τιμές.
Ανάγκη ευελιξίας για μέτρα στήριξης
Και παρά το γεγονός ότι η αναγνώριση ότι οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης σε επίπεδο τιμών μαστίζει τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά ήρθε από τα πιο επίσημα χείλη, και την ίδια στιγμή χτυπούν καμπανάκια για τον πληθωρισμό, η ΕΕ αποδεικνύεται κατώτερη των προσδοκιών αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά. Αυτό κατέδειξε η σύνοδος των υπουργών Ενέργειας την προηγούμενη εβδομάδα, όπου αναδείχθηκαν οι βαθιές διαφωνίες μεταξύ των πρωτευουσών, με τους υπουργούς να αποχωρούν χωρίς κάποια ολοκληρωμένη κοινή λύση για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, πρότεινε τη διοργάνωση κοινής συνεδρίασης των υπουργών Ενέργειας με τους υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας, στο πλαίσιο των εργασιών του ECOFIN και του Eurogroup, προκειμένου να εξεταστούν οι δυνατότητες χρηματοδότησης στοχευμένων και προσωρινών μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, εντός των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Την ελληνική πρόταση υποστήριξαν επίσης η Μάλτα, η Βουλγαρία, η Σλοβακία και η Ρουμανία.
«Η παρούσα κατάσταση απαιτεί επειγόντως μια συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση με στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των κρατών μελών και διαφυλάσσοντας την ενιαία αγορά. Καθήκον μας τώρα είναι να μετατρέψουμε την απόφαση των ηγετών των κρατών μας σε πράξη. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα για την οποία εγκρίθηκε η ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής. Θέλουμε ευελιξία για στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στο πλαίσιο της εθνικής ρήτρας διαφυγής, ώστε να μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε μέτρα ενεργειακής στήριξης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις μας υπογράμμισε ο ελληνας υπουργός Ενέργειας.
Πηγή: OT
