Μια διαρκώς επιδεινούμενη δημογραφική κατάσταση στην Ελλάδα σκιαγραφούν τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η χώρα μας γερνάει με ταχύτερους ρυθμούς από τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών – μελών της ΕΕ. Χαρακτηριστικά, η πληθυσμιακή κατηγορία 65+ έχει φτάσει να είναι σχεδόν διπλάσια των παιδιών ηλικίας έως 14 ετών.
Σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ «Ελλάς με Αριθμούς», ο δείκτης γήρανσης βαίνει σταθερά αυξανόμενος μεταξύ 2020 – 2024, με την τελευταία εξεταζόμενη χρονιά να καταγράφονται 182 άτομα ηλικίας 65+ ανά 100 παιδιά. Παράλληλα, οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει από 84.764 το 2020 σε 68.467 το 2024, ενώ ο δείκτης γονιμότητας παραμένει καθηλωμένος στο 1,2 υποχωρώντας από το 1,4 το 2020, πολύ κάτω από το όριο δημογραφικής αντικατάστασης και διατήρησης των γενεών (2,1).
Αν και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί αναμφίβολα κατάκτηση της σύγχρονης ιατρικής, όταν συνδυάζεται με την έλλειψη νέων γεννήσεων μετατρέπεται σε οξεία πίεση για τα συστήματα υγείας και φροντίδας. Από την άλλη, η παρατεταμένη υπογεννητικότητα οδηγεί σε σταδιακή ερήμωση των σχολικών αιθουσών και σε έλλειψη εξειδικευμένου και ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού σε βάθος χρόνου.
Η γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού παραμένει βαθιά άνιση, με την Αττική να συγκεντρώνει το 36,4% του συνόλου
Το φυσικό ισοζύγιο πληθυσμού (γεννήσεις μείον θάνατοι) βαθαίνει χρόνο με τον χρόνο – από μείον 46.261 το 2020 σε μείον 58.449 το 2024. Επιπλέον, αλλάζει ριζικά και η δομή της ελληνικής οικογένειας, με τα μονομελή νοικοκυριά να καταγράφουν αύξηση κατά 32% μέσα στη δεκαετία 2011 – 2021. Αντιθέτως, τα νοικοκυριά από τρία μέλη και άνω καταγράφουν μείωση που φτάνει στο 14,8%.
Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην τέταρτη γηραιότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με διάμεση ηλικία 47,2 ετών, η οποία έχει αυξηθεί κατά οκτώ έτη σε βάθος χρόνου δύο δεκαετιών. Μάλιστα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η απόλυτη τιμή, αλλά η ταχύτητα της μεταβολής.
Αυτή η τάση ραγδαίας γήρανσης που θέτει σε δοκιμασία την παραγωγική βάση της χώρας απαιτεί, κατά τους ειδικούς, ολιστικές πολιτικές προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Τέτοιες πολιτικές αφορούν, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση παροχών στέγης και λοιπών κινήτρων για τα νέα ζευγάρια, μέχρι τη στήριξη της μητρότητας και της γυναικείας απασχόλησης, καθώς και τη δημιουργία ενός βιώσιμου περιβάλλοντος για την εργασία και την οικογένεια.


ΕΛΣΤΑΤ: Κατανομή πληθυσμού ανά περιφέρεια
Η γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού παραμένει βαθιά άνιση, με την Αττική να συγκεντρώνει το 36,4% του συνόλου (3.814.064 κάτοικοι σε σύνολο 10.482.487, απογραφή 2021), ακολουθούμενη από την Κεντρική Μακεδονία με 17,1% (1.795.669 κάτοικοι).
Οι υπόλοιπες περιφέρειες κινούνται σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά: Θεσσαλία 6,6%, Δυτική Ελλάδα 6,2%, Κρήτη 6,0%, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 5,4%, Πελοπόννησος 5,1%, Στερεά Ελλάδα 4,8%, ενώ Ήπειρος και Νότιο Αιγαίο συγκεντρώνουν από 3,1%.
Οι πληθυσμιακά μικρότερες περιφέρειες είναι το Βόρειο Αιγαίο (1,9%) και η Δυτική Μακεδονία (2,4%). Σε επίπεδο μεταβολής 2011 – 2021, οι περισσότερες περιφέρειες της ενδοχώρας κατέγραψαν σημαντική πληθυσμιακή απώλεια, με τη Δυτική Μακεδονία στην πρώτη θέση (-10,3%) και την Ανατολική Μακεδονία – Θράκη (-7,6%), ενώ αντίθετα το Νότιο Αιγαίο (+6,1%) και η Κρήτη (+0,2%) ήταν από τις ελάχιστες περιφέρειες που αύξησαν τον πληθυσμό τους, πιθανότατα λόγω τουριστικής και οικονομικής δυναμικής.


Κατανομή πληθυσμού ανά φύλο και οικογενειακή κατάσταση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο σύνολο της χώρας οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών: 5.356.510 γυναίκες έναντι 5.125.977 ανδρών το 2021, δηλαδή ποσοστό 51,1% έναντι 48,9%. Ωστόσο, η αναλογία δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα.
Σε ορισμένες περιφέρειες, όπως η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος, το ποσοστό των ανδρών ξεπερνά ελαφρώς το 50%, ενώ σε αστικά κέντρα όπως η Αττική η υπεροχή των γυναικών είναι εντονότερη. Στην ηλικιακή διάρθρωση, η υπεροχή των γυναικών γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις μεγαλύτερες ηλικίες. Στην ομάδα 80+ ετών, οι γυναίκες (351.588) ξεπερνούν σχεδόν κατά 51% τους άνδρες (231.746), αντανακλώντας το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών.


Ως προς την οικογενειακή κατάσταση στο σύνολο των 10.482.487 κατοίκων της Ελλάδας το 2021, οι έγγαμοι αποτελούν την πολυπληθέστερη κατηγορία με 4.786.889 άτομα (45,7%), ακολουθούμενοι από τους άγαμους με 4.224.101 άτομα (40,3%). Οι χήροι/ες ανέρχονται σε 834.299 (8,0%) και οι διαζευγμένοι/ες σε 484.237 (4,6%), ενώ ένα μικρό αλλά αυξανόμενο ποσοστό, 39.984 άτομα, δηλώνει ότι έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης.
Η κατανομή διαφέρει σημαντικά ως προς το φύλο. Στους άνδρες κυριαρχούν σχεδόν ισόποσα οι άγαμοι (2.324.198) και οι έγγαμοι (2.402.858), ενώ οι χήροι αποτελούν μόλις το 2,5% των ανδρών (128.794 άτομα). Στον αντίποδα, οι χήρες ανέρχονται σε 705.505, πάνω από πενταπλάσιος αριθμός σε σχέση με τους χήρους άνδρες.
Προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση
Παρά τη ραγδαία γήρανση του πληθυσμού της, η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα προσδοκώμενης ζωής, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για την περίοδο 2022 – 2024.
Ειδικότερα, η προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση για τους άνδρες διαμορφώθηκε στα 79,4 έτη το 2024 (από 78,2 το 2022), ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 (78,9 έτη), ενώ για τις γυναίκες έφτασε τα 84,4 έτη, επίσης οριακά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (84,1 έτη).
Στις χώρες της ΕΕ με τα υψηλότερα επίπεδα μακροζωίας το 2024 συγκαταλέγονται η Ισπανία (81,4 έτη για άνδρες, 86,5 για γυναίκες), η Ιταλία (81,6 και 85,7 αντίστοιχα) και η Γαλλία (80,2 και 85,8). Αρκετά πίσω από την Ελλάδα βρίσκονται χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία (72,2 και 79,5) και η Ρουμανία (72,8 και 80,3).

