Οι οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου αποτέλεσαν την πιο ευχάριστη έκπληξη της Ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια. Οι μεσογειακές χώρες όχι μόνο ξεπέρασαν σε ρυθμούς ανάπτυξης τον παραδοσιακά ισχυρό πυρήνα του Βορρά, αλλά αναδείχθηκαν και στους βασικούς κινητήριους μοχλούς για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε ολόκληρη την ήπειρο.
Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά στα μακροοικονομικά δεδομένα αποκαλύπτει μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια των αριθμών, ο Νότος παραμένει εγκλωβισμένος στα ίδια ακριβώς διαρθρωτικά προβλήματα που τον ταλανίζουν εδώ και δύο δεκαετίες: η παραγωγικότητα παραμένει καθηλωμένη, οι νέες θέσεις εργασίας συγκεντρώνονται σε κλάδους χαμηλής εξειδίκευσης, το δημόσιο χρέος βρίσκεται στα ύψη και η τεχνολογική καινοτομία αποτελεί ζητούμενο. Όπως προειδοποιούν οι αναλυτές, στην παρούσα φάση ο Νότος μοιάζει με τον μεγάλο νικητή, όμως όταν η οικονομική παλίρροια υποχωρήσει, θα φανεί ξεκάθαρα ποιος κολυμπούσε γυμνός.
Τα θεμέλια της «μεσογειακής έκρηξης»
Η εντυπωσιακή ανάκαμψη της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας και της Ιταλίας μετά την πανδημία δεν αμφισβητείται, καθώς οι τρεις πρώτες βρίσκονται ήδη περίπου 11% πάνω από τα επίπεδα παραγωγής του 2019, την ώρα που η Γερμανία βιώνει μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας. Τα spreads των ομολόγων έχουν υποχωρήσει αισθητά και οι τράπεζες έχουν εξυγιάνει σε μεγάλο βαθμό τα χαρτοφυλάκιά τους από τα κόκκινα δάνεια.
Αυτή η επιτυχία, ωστόσο, δεν οφείλεται σε κάποια εγχώρια παραγωγική επανάσταση, αλλά στη σύγκλιση τριών συγκεκριμένων παραγόντων:
- Η στροφή της κατανάλωσης: Μετά το τέλος των περιορισμών της πανδημίας, οι καταναλωτές παγκοσμίως έδειξαν σαφή προτίμηση στις υπηρεσίες, τον τουρισμό, την εστίαση και τις δραστηριότητες αναψυχής, τομείς στους οποίους ο Νότος διαθέτει ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα.
- Η επέκταση της απασχόλησης: Η ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε από τη μαζική είσοδο εργαζομένων στην αγορά, κυρίως μέσω της αύξησης της συμμετοχής και των μεταναστευτικών ροών, γεγονός που αύξησε το συνολικό ΑΕΠ αλλά όχι την αποδοτικότητα ανά εργαζόμενο.
- Το «ντοπάρισμα» των ευρωπαϊκών πόρων: Η ιστορική ένεση ρευστότητας από το Ταμείο Ανάκαμψης (Next Generation EU) λειτούργησε ως τεχνητός αναπνευστήρας, με την Ελλάδα να λαμβάνει ενισχύσεις που αντιστοιχούν στο 20% του ΑΕΠ της, την Ιταλία στο 11%, την Πορτογαλία στο 9,3% και την Ισπανία στο 8,5%.
Η παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας και του χρέους
Το βασικότερο πρόβλημα αυτής της ανάπτυξης είναι ότι καταναλώνει πολλή «βενζίνη» χωρίς να παράγει μακροπρόθεσμη αξία. Η δημιουργία θέσεων εργασίας εντοπίζεται σε κλάδους έντασης εργασίας και χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, παρά τη μείωση της προσωρινής απασχόλησης λόγω της πρόσφατης εργασιακής μεταρρύθμισης, οι συνολικές ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο παραμένουν χαμηλότερες από την προ πανδημίας εποχή. Αυτό δημιουργεί ένα ανησυχητικό παράδοξο: η οικονομία δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη.
Το χάσμα της ευημερίας: Η σύγκλιση στην παραγωγή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε σύγκλιση στην ποιότητα ζωής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών, δεν έχει καταφέρει ακόμα να ανακτήσει το επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος που απολάμβανε πριν από την οικονομική κρίση του 2008.
Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος παραμένει μια βραδυφλεγής βόμβα. Οι αγορές μπορεί να εμφανίζονται καθησυχασμένες λόγω της προστατευτικής ομπρέλας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όμως το χρέος της Ισπανίας εξακολουθεί να αγγίζει το 100% του ΑΕΠ, ενώ της Ιταλίας και της Ελλάδας ξεπερνά το 130%. Επιπλέον, οι χώρες του Νότου είναι αντιμέτωπες με τις υψηλότερες συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ευρώπη, ένα κόστος που θα κληθούν να καλύψουν στο μέλλον είτε με αυξήσεις φόρων είτε με περικοπές άλλων επενδυτικών δαπανών, υπονομεύοντας την ίδια την ανάπτυξή τους.
Η μεγάλη δοκιμασία του 2026 και το πολιτικό ρίσκο
Η μεγαλύτερη απειλή για το μεσογειακό οικονομικό αφήγημα βρίσκεται προ των πυλών. Το 2026 σηματοδοτεί το τέλος των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης. Μαζί με το οικονομικό κίνητρο, οι χώρες του Νότου κινδυνεύουν να χάσουν και τον μοναδικό μηχανισμό που τις πίεζε να υλοποιούν μεταρρυθμίσεις.
Η μετάβαση από τη δημόσια ευρωπαϊκή χρηματοδότηση στις ιδιωτικές επενδύσεις, η οποία θεωρούνταν αυτονόητη από τους σχεδιαστές της πολιτικής στις Βρυξέλλες, δεν είναι ακόμη ορατή στα επίσημα στοιχεία. Οι διασυνοριακές ροές ιδιωτικών κεφαλαίων παραμένουν περιορισμένες και σποραδικές, καθώς η Ευρωζώνη εξακολουθεί να στερείται μιας ολοκληρωμένης Τραπεζικής Ένωσης και μιας ενιαίας αγοράς κεφαλαιαγορών.
| Χώρα | Ύψος Ενισχύσεων (% του ΑΕΠ) |
Τρέχον Δημόσιο Χρέος (% του ΑΕΠ) |
| Ελλάδα | 20,0% | > 130% |
| Ιταλία | 11,0% | > 130% |
| Πορτογαλία | 9,3% | < 100% |
| Ισπανία | 8,5% | ~ 100% |
Το σκηνικό γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο αν συνεκτιμηθεί ο πολιτικός παράγοντας. Το 2027 είναι έτος εθνικών εκλογών για τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα. Αυτός ο εκλογικός κύκλος συμπίπτει χρονικά με την πλήρη απόσυρση των ευρωπαϊκών κονδυλίων και τη συνεχιζόμενη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, γεγονός που μπορεί να αναζωπυρώσει τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που είχαν προσωρινά κοπάσει.
Για να μην αποδειχθεί το πρόσφατο οικονομικό θαύμα μία καλοστημένη μακροοικονομική «οφθαλμαπάτη», ο ευρωπαϊκός Νότος οφείλει να αλλάξει άμεσα μοντέλο. Η επόμενη δεκαετία δεν μπορεί να στηριχθεί στον τουρισμό και την κατανάλωση. Απαιτούνται βαθιές τομές για την ενίσχυση της δικαστικής αποτελεσματικότητας, την αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (I+D) και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ικανού να προσελκύσει σταθερά ιδιωτικά κεφάλαια. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ίδιες γνωστές πέτρες θα βρεθούν ξανά στο δρόμο των μεσογειακών οικονομιών, ανακόπτοντας βίαια την πορεία τους προς την πραγματική ευημερία.
