Το 2025 η ΕΕ εξήγαγε 3,2 δισεκατομμύρια λίτρα μπίρα με αλκοόλ σε χώρες εκτός ΕΕ, σημειώνοντας μείωση 11% σε σύγκριση με το 2024, ενώ εισήγαγε 0,5 δισεκατομμύρια λίτρα, σημειώνοντας αύξηση 6%, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat.
Μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Βέλγιο ήταν ο κορυφαίος εξαγωγέας μπίρας, με συνολικά 1,5 δισεκατομμύρια λίτρα (εντός και εκτός ΕΕ).
Η Ολλανδία ήρθε δεύτερη (1,4 δισεκατομμύρια λίτρα), ακολουθούμενη από τη Γερμανία (1,3 δισεκατομμύρια λίτρα), ενώ Τσεχία και Ιρλανδία εξήγαγαν αμφότερες 0,6 δισεκατομμύρια λίτρα.
Όσον αφορά τις εισαγωγές, η Γαλλία ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας μπίρας που περιείχε αλκοόλ το 2025, με 0,9 δισεκατομμύρια λίτρα.
Άλλοι μεγάλοι εισαγωγείς ήταν η Ιταλία με περισσότερα από 0,7 δισεκατομμύρια λίτρα, ακολουθούμενες από τη Γερμανία και την Ισπανία, με 0,6 δισεκατομμύρια λίτρα η καθεμία, και την Ολλανδία με 0,3 δισεκατομμύρια λίτρα.


Όσον αφορά τη θέση της Ελλάδας, οι εξαγωγές της χώρας εντός και εκτός ΕΕ διαμορφώθηκαν στα περίπου 45 εκατ. λίτρα το 2025, ενώ οι συνολικές εισαγωγές ανήλθαν σχεδόν στα 33 εκατ. λίτρα. Το 2024 οι εξαγωγές της Ελλάδας έφτασαν περίπου τα 46 εκατ. λίτρα και οι εισαγωγές στα 42 εκατ. λίτρα.
Αυτό σημαίνει ότι ο κλάδος τα δύο τελευταία χρόνια κατέγραψε πλεόνασμα στον όγκο εμπορίου, το οποίο βελτιώθηκε το 2025, αφού η Ελλάδα εξήγαγε περίπου 1,3 φορές περισσότερη μπύρα από όση εισήγαγε.
Ανακάμπτει η μπίρα στην Ελλάδα – Ποια είναι η νέα τάση
Δυνατό comeback έκανε η μπίρα τον Ιούλιο, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, με την προσοχή πλέον να στρέφεται στο δίμηνο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου και εν μέρει στον Οκτώβριο. Παρότι οι ισορροπίες στον κλάδο εμφανίζονται παγιωμένες, οι μεγάλες ζυθοποιίες αναζητούν νέες ευκαιρίες κερδοφορίας μέσω εμπλούτισης του χαρτοφυλακίου τους.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της μπίρας χωρίς αλκοόλ, μιας κατηγορίας που συνεχώς αναπτύσσεται, τόσο επειδή αλλάζουν οι καταναλωτικές συνήθειες όσο και λόγω αυστηρότερης εφαρμογής της νομοθεσίας για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ.
Επισημαίνεται ότι οι εξαγωγές μπίρας ανήλθαν το 2024 σε 35 εκατ. ευρώ, έχοντας διπλασιαστεί σε σχέση με την προ του 2010 περίοδο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ.
Πηγή ΟΤ
