Η Ελλάδα κατέγραψε δημοσιονομική πρόοδο αλλά είναι αμφίβολο αν θα τη διατηρήσει – Τι λέει μελέτη του ΚΕΦΙΜ

Η περίοδος 2026–2028 θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ, καθώς συμπίπτουν η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η εφαρμογή του νέου δημοσιονομικού πακέτου, οι υπολειπόμενοι δεσμοί κράτους και τραπεζών, και οι υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες.

Η Ελλάδα έχει επιτύχει τα τελευταία χρόνια μια πραγματική και μετρήσιμη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική βελτίωση. Ωστόσο, η διατηρησιμότητα αυτής της προόδου θα κριθεί όταν αρχίσουν να υποχωρούν οι εξαιρετικά ευνοϊκοί παράγοντες που τη στήριξαν, όπως η υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, τα πληθωριστικά έσοδα, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η Εύθραυστη Δημοσιονομική Πειθαρχία στην Ελλάδα: Έχει επιτύχει η Ελλάδα μια διατηρήσιμη δημοσιονομική εξυγίανση, ή η ισορροπία εξαρτάται από προσωρινούς και εξαιρετικά ευνοϊκούς παράγοντες;», την οποία υπογράφει ο οικονομολόγος και Συνεργάτης Ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Ιάκωβος Μένης.

Γιατί η διατηρησιμότητα της δημοσιονομικής προόδου μάς αφορά όλους:

  • Γιατί η δημοσιονομική αξιοπιστία επηρεάζει άμεσα το κόστος δανεισμού του κράτους και, τελικά, τους φόρους, τις δημόσιες υπηρεσίες, τις επενδύσεις και τις θέσεις εργασίας.
  • Γιατί η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
  • Γιατί οι υπολειπόμενοι δεσμοί κράτους και τραπεζικού συστήματος μπορούν, σε περίπτωση νέας κρίσης, να μεταφέρουν τις πιέσεις από το ένα στο άλλο.

Η μελέτη αναδεικνύει την εντυπωσιακή μεταβολή της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη. Το δημόσιο χρέος αποκλιμακώθηκε από το ιστορικό υψηλό του 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025, παραμένοντας, ωστόσο, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράλληλα, η Ελλάδα επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα, ενώ το περιθώριο απόδοσης του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού υποχώρησε στις 77 μονάδες βάσης το 2025, από περίπου 2.100 μονάδες βάσης το 2012. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μεγάλη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών προς την ελληνική οικονομία.

Σημαντική είναι και η πρόοδος του τραπεζικού συστήματος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν από το 49,1% το 2016 στο 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, συγκλίνοντας πλέον με τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης. Οι τράπεζες επέστρεψαν σε διατηρήσιμη κερδοφορία και επανεκκίνησαν τη διανομή μερισμάτων το 2024, για πρώτη φορά από το 2008.

Η μελέτη επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ενισχύθηκε σημαντικά από την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τους εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους των δανείων του EFSF και του ESM. Καθώς τα προνομιακά δάνεια διάσωσης αποπληρώνονται και αντικαθίστανται σταδιακά από ομόλογα της αγοράς, η Ελλάδα θα εξαρτάται περισσότερο από τις προσδοκίες των επενδυτών και τις διεθνείς συνθήκες χρηματοδότησης.

Σε ένα σενάριο επιστροφής των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων στα επίπεδα του 2008, περίπου στο 4,5%, το πρόσθετο ετήσιο κόστος τόκων θα μπορούσε, σύμφωνα με τη μελέτη, να φτάσει σταδιακά το 0,8%–1% του ΑΕΠ.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε τέσσερις πιέσεις που συμπίπτουν χρονικά την περίοδο 2026–2028:

1. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

Η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2026. Οι σχετικές ροές εκτιμάται ότι συνέβαλαν κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, ενώ, σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να μειωθούν μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν 24% χαμηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα.

2. Το νέο επεκτατικό δημοσιονομικό πακέτο

Το δημοσιονομικό πακέτο της περιόδου 2026–2027 εκτιμάται ότι θα κοστίσει 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και 0,8% το 2027. Η μελέτη επισημαίνει τον κίνδυνο δημιουργίας μόνιμων δαπανών, όπως οι αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς, οι οποίες χρηματοδοτούνται από έσοδα που συνδέονται με την τρέχουσα ευνοϊκή συγκυρία και δεν είναι εγγυημένα για τα επόμενα χρόνια.

3. Οι υπολειπόμενοι δεσμοί κράτους και τραπεζικού συστήματος

Παρά τη μεγάλη εξυγίανση των τραπεζών, οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος της κεφαλαιακής τους βάσης εξακολουθεί να στηρίζεται σε ειδικό φορολογικό πλαίσιο και όχι αποκλειστικά σε οργανική κερδοφορία και πραγματική κεφαλαιακή ενίσχυση.

4. Οι υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες

Η Ελλάδα δαπανά περίπου το 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, καταγράφοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου το 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ, σύμφωνα με τις προβολές που παρουσιάζονται στη μελέτη, η κρατική συμμετοχή θα μπορούσε να προσεγγίσει το 62% έως το 2029. Παράλληλα, ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050, με ολοένα λιγότερους εργαζομένους να καλούνται να χρηματοδοτούν περισσότερους συνταξιούχους.

Η μελέτη επισημαίνει ακόμη τον ιστορικό παραλληλισμό με την περίοδο 1996–2004. Όπως τότε η ένταξη στην ΟΝΕ λειτούργησε ως ισχυρός εξωτερικός μηχανισμός δημοσιονομικής πειθαρχίας, έτσι και κατά τα τελευταία χρόνια σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν η ενισχυμένη ευρωπαϊκή εποπτεία και η επιδίωξη της επενδυτικής βαθμίδας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, μετά την επίτευξη αυτών των στόχων, η δημοσιονομική πειθαρχία θα διατηρηθεί ως σταθερή εγχώρια επιλογή.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:

«Η Ελλάδα έχει πετύχει μια αδιαμφισβήτητη δημοσιονομική μεταμόρφωση. Η επιτυχία αυτή, όμως, δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ αναδεικνύει ότι η περίοδος 2026–2028 θα αποτελέσει ένα ουσιαστικό τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η σταδιακή αύξηση της εξάρτησης από τις αγορές, οι δεσμοί κράτους και τραπεζών και οι πιέσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος περιορίζουν τα περιθώρια για λανθασμένες επιλογές.

Το ζητούμενο σήμερα είναι η δημοσιονομική πειθαρχία να πάψει να εξαρτάται από εξωτερικές πιέσεις ή συγκυριακά ευνοϊκούς παράγοντες και να αποτελέσει σταθερή εγχώρια πολιτική δέσμευση. Η πρόοδος των τελευταίων ετών, που επέτρεψε μεταξύ άλλων την πρόωρη αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων της χώρας, πρέπει να προστατευθεί με συγκράτηση των δαπανών, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, προσέλκυση παραγωγικών ιδιωτικών επενδύσεων και πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Μόνο έτσι η δημοσιονομική επιτυχία μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά».

Διαβάστε όλη τη μελέτη εδώ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA