Η νέα έρευνα του ΙΟΒΕ «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας», μας θυμίζει ότι για να ορθοποδήσει μια κοινωνία, δεν αρκεί να ευημερούν οι αριθμοί, αλλά πρέπει να ευημερούν και οι άνθρωποι. Στην Ελλάδα, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής, ένας αριθμός που ευημερεί είναι το μερίδιο του κέρδους στο ΑΕΠ. Είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρώπη, εις βάρος του μεριδίου των μισθών που είναι το δεύτερο χαμηλότερο. Η μοναδική χώρα που μας ξεπερνάει είναι η Ιρλανδία, η οποία όμως αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, ως φορολογική έδρα – παράδεισος, μιας χούφτας πολυεθνικών κολοσσών.
Την ευημερία των αριθμών, ή έστω τη βελτίωση κάποιων οικονομικών δεικτών, συμπληρώνουν η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και η αντίστοιχη «λογιστική» μείωση του δημόσιου χρέους, τα θηριώδη υπερπλεονάσματα, τα φουσκωμένα φορολογικά έσοδα – ελέω πληθωρισμού και έμμεσων φόρων. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν – με τη βοήθεια του Ταμείου Ανάκαμψης – η ανεργία μειώθηκε και το ονομαστικό εισόδημα επέστρεψε στα προ κρίσης επίπεδα.

Οι ανισότητες πέρα από το εισόδημα
Κάποιοι άλλοι δείκτες όμως, που συνδέονται άμεσα με την ανθρώπινη ευημερία, διολισθαίνουν. Η αγοραστική δύναμη του μισθού και το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, έχουν υποχωρήσει στα επίπεδα της Βουλγαρίας. Μάλιστα το 2024, η Βουλγαρία μας ξεπέρασε στην αγοραστική δύναμη του μισθού, σε όρους δεδουλευμένου ωρομισθίου. Πιθανόν το 2026 η κατάσταση να αλλάξει, αφού οι βαλκάνιοι γείτονές μας, με την είσοδο στο Ευρώ, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να κατρακυλάει.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο βάση εισοδήματος. Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία πίεση από το ολοένα αυξανόμενο κόστος στέγασης, είναι παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών, επισημαίνει το Ινστιτούτο.
Το 32% των πιο φτωχών έχει ακάλυπτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% των πιο πλούσιων -πηγή: ΙΟΒΕ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση).
https://www.in.gr/wp-content/uploads/2026/06/ΙΟΒΕπλουσιοιφτωχοι.jpg
Πλούσιοι και φτωχοί
Από όλα τα παραπάνω, η υγεία είναι ίσως το πεδίο που οι ανισότητες εκφράζονται με τον πιο ωμό τρόπο, ακόμα και με όρους ζωής και θανάτου. Το χάσμα που χωρίζει το 20% των πιο φτωχών νοικοκυριών, από το 20% των πλουσιότερων, είναι αβυσσαλέο. Το ένα μηδενικό παραπάνω ή παρακάτω στον τραπεζικό λογαριασμό, μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο ποιος θα προλάβει να χειρουργηθεί εγκαίρως και ποιος όχι, ποιος θα μπορέσει να φτιάξει τα δόντια του και ποιος όχι, ποιος θα περιμένει ατέλειωτες ώρες στα επείγοντα και ποιος θα πληρώσει για ιδιωτικές δομές. Εκτός από το πορτοφόλι, οι γεωγραφικές, εκπαιδευτικές, οι έμφυλες και ηλικιακές ανισότητες η ύπαρξη ή μη αναπηρίας, μεταφράζονται άμεσα και έμμεσε σε υγειονομικές ανισότητες.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΙΟΒΕ είναι αποκαλυπτικά:
- Από όσους ανήκουν στο κατώτατο εισοδηματικό τεταρτημόριο (το 20% των πιο φτωχών), σχεδόν ο ένας στους τρεις (32%) αναφέρει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης. Για το 20% των πλουσιότερων, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 10%.
- Το ποσοστό ατόμων με χρόνια νοσήματα είναι 30,4% στο κατώτατο τεταρτημόριο και 17,5% στο ανώτατο.
- Τα ποσοστά ατόμων με κακή υγεία είναι 10% στο κατώτερο τεταρτημόριο και μόλις 3,6% στο ανώτερο.
- Ανάμεσα στο 20% των φτωχότερων, τα καταθλιπτικά συμπτώματα αφορούν το 4,9%. Στους πλούσιους είναι μόλις 0,4%. Τα πραγματικά ποσοστά κατάθλιψης πιθανόν να είναι υψηλότερα, αφού οι πιο φτωχοί έχουν και πιο περιορισμένη πρόσβαση και σε υπηρεσίες ψυχικές υγείας.
Η Ελλάδα έχει διπλάσιες ιδιωτικές δαπάνες υγείας από τον μέσο όρο της ΕΕ
Χάος μας χωρίζει από την ΕΕ
Εκεί που μας χωρίζει πραγματικό χάος από την Ευρώπη, είναι στις ιδιωτικές και δημόσιες δαπάνες υγείας. Τα λεγόμενα «έξοδα από την τσέπη» (out of pocket expenditure), αφορούν πάνω από το 1/3 των δαπανών υγείας στην Ελλάδα (34,3%). Πρόκειται για υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ (14,8%). Ως ποσοστό του ΑΕΠ οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές για την υγεία ανέρχονται στο 2,9%, επίσης διπλάσιο από την ΕΕ (1,5%).
Οι δημόσιες δαπάνες υγείας παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ – στο 5,8% του ΑΕΠ έναντι 7,2%. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης των δημόσιων δαπανών έγινε την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έκτοτε αυξάνονται με πολύ αργό ρυθμό για να καλύψουν τις απώλειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (που δεν παραθέτει το ΙΟΒΕ), οι δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα είναι οι δεύτερες χαμηλότερες στην Ευρώπη, ως ποσοστό συμμετοχής στο σύνολο των δαπανών. Ενώ στον μέσο όρο της ΕΕ το 80% των δαπανών υγείας προέρχεται από το κράτος και τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία, στην Ελλάδα το δημόσιο καλύπτει μόλις το 61%.
Εκτός του ότι το κράτος δίνει λιγότερα χρήματα για την υγεία, σε σύγκριση με την ΕΕ, προβληματική είναι η κατανομή της δαπάνης. Για παράδειγμα, υπάρχει πολύ υψηλή φαρμακευτική δαπάνη, ενώ πολύ χαμηλή δαπάνη για πρόληψη.
Στην Ελλάδα το 11,6% του πληθυσμού άνω των 16 αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες υγείας – έναντι 2,4% στην ΕΕ
Ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας
Στην Ευρώπη μόνο το 2,4% του πληθυσμού, από 16 ετών και άνω, αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες για ιατρική εξέταση και περίθαλψη. Στην Ελλάδα το ποσοστό εκτοξεύεται στο 11,6%.
Αντίστοιχα το 11,5% στην Ελλάδα αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες οδοντιατρικής περίθαλψης έναντι 3,3% στην ΕΕ.
Η κακή υγεία και τα χρόνια νοσήματα πλήττουν περισσότερο τους φτωχούς. πηγή: ΙΟΒΕ
Πώς πάτε από υγεία;
Όταν από τους Έλληνες ζητείται να αυτό-αξιολογήσουν την υγεία τους, σε μια κλίμακα από το 5 (καλή υγεία) ως το 1 (κακή υγεία), δίνουν σχετικά καλό βαθμό στον εαυτό τους, κατά μέσο όρο 4,2.
Όμως κι εκεί υπάρχουν σημαντικές διαβαθμίσεις ανάλογα με το εισόδημα. Το φτωχότερο 20% αυτό-αξιολογεί την υγεία του με 4, και το πλουσιότερο με 4,4%.
«Το εύρος αυτό, αν και φαινομενικά περιορισμένο στην κλίμακα μέτρησης, υποδηλώνει μια συστηματική διαφοροποίηση της υποκειμενικής υγείας κατά μήκος της εισοδηματικής κατανομής, καθώς η κάθε βαθμίδα εισοδήματος αντιστοιχεί σε μετρήσιμα καλύτερη αντίληψη της προσωπικής υγείας», σημειώνει το ΙΟΒΕ.
Η διαφορά είναι πιο έντονη, αν μετρήσουμε τα ποσοστά ατόμων με κακή υγεία. Ανάμεσα τους πιο φτωχούς, ο ένας στους δέκα αναφέρει κακή υγεία, έναντι 3,6% ανάμεσα στους πιο πλούσιους.
Με χρόνια νοσήματα ο ένας στους τέσσερις
Υψηλό είναι και το ποσοστό ατόμων που ζουν με χρόνια νοσήματα, στο 24,7%. Παραμένει ωστόσο χαμηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (36,5%). Η απόκλιση ενδέχεται να οφείλεται σε υποδιάγνωση και διαφορετικά μοντέλα αναφοράς μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ. Ακόμα κι έτσι, οι φτωχοί έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να πάσχουν από μακροχρόνια νοσήματα.
Μια άλλη ελληνική ιδιαιτερότητα, είναι ότι ενώ έχουμε υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από τον μέσο όρο της ΕΕ, έχουμε χειρότερο προσδόκιμο «υγιούς ζωής» μετά τα 65 έτη. Ζούμε δηλαδή περισσότερο, αλλά όχι και με καλύτερη υγεία.
