Η διαμάχη του ευρωπαϊκού ξενοδοχειακού κλάδου με την Booking είναι μια πολυσύνθετη νομική και οικονομική μάχη που εξελίσσεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχοντας πλέον ως επίκεντρο τα ολλανδικά δικαστήρια.
Δικαστική διαμάχη μεταξύ του ευρωπαϊκού ξενοδοχειακού κλάδου και της πλατφόρμας Booking. Χιλιάδες ξενοδόχοι διεκδικούν πλέον αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη
Τα βαθύτερα αίτια, οι νομικές βάσεις και οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από αυτή την υπόθεση, συνοψίζονται στα εξής σημεία:
Η δικαστική αντεπίθεση των ξενοδόχων δεν ξεκίνησε στο κενό. Βασίζεται σε μια ιστορική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) που εκδόθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2024 (Υπόθεση C-264/23). Το δικαστήριο έκρινε επίσημα ότι οι ρήτρες ισοτιμίας (parity clauses) που επέβαλε η Booking στα ξενοδοχεία παραβίαζαν το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ.
Η κομβική ημερομηνία
Οι ρήτρες «καλύτερης τιμής» απαγόρευαν ουσιαστικά στα ξενοδοχεία να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές ή καλύτερη διαθεσιμότητα στα δικά τους κανάλια (όπως η επίσημη ιστοσελίδα τους) σε σχέση με αυτές που εμφάνιζαν στην πλατφόρμα. Το ΔΕΕ έκρινε ότι αυτό περιόριζε τον ανταγωνισμό και κρατούσε τεχνητά υψηλά τις προμήθειες.


Στην πράξη, οι ξενοδόχοι αναγκάζονταν να πληρώσουν την προμήθεια της Booking (από 15% έως 22%) επί της αρχικής, ακριβότερης τιμής και όχι επί της τελικής εκπτωτικής. Επιπλέον, χρέωνε την προμήθεια επί της συνολικής τιμής του δωματίου συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Η Booking αναγκάστηκε τελικά να καταργήσει πλήρως αυτές τις ρήτρες από τους γενικούς της όρους στις 2 Δεκεμβρίου 2024, προκειμένου να συμμορφωθεί με την ευρωπαϊκή Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act).
Η πανευρωπαϊκή συλλογική αγωγή
Μετά την απόφαση του ΔΕΕ, η ευρωπαϊκή ομοσπονδία ξενοδόχων HOTREC, σε συνεργασία με περισσότερες από 30 εθνικές ενώσεις (συμπεριλαμβανομένου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος), ξεκίνησε τη διαδικασία διεκδίκησης αποζημιώσεων για τις ζημιές των προηγούμενων ετών.
Οι ξενοδοχειακές ενώσεις που υποστηρίζουν την ενέργεια αυτή βρίσκονται στην Αυστρία, το Βέλγιο, την Κροατία, την Κύπρο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Δανία, την Εσθονία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ισλανδία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Λετονία, το Λιχτενστάιν, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, τη Νορβηγία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και την Ελβετία.
Η αγωγή, η οποία σύμφωνα με τους ειδικούς θα είναι μια δύσκολη μάχη, ζητά αποζημίωση για την περίοδο από το 2004 έως το 2024, όταν η Booking.com κατάργησε τη ρήτρα της «καλύτερης τιμής» για να συμμορφωθεί με τον νόμο της ΕΕ για τις ψηφιακές αγορές.


Ο δρόμος προς τη δικαίωση
Οι ξενοδόχοι εκχώρησαν τις αξιώσεις τους σε ένα ανεξάρτητο ολλανδικό ίδρυμα, το Stichting Hotel Claims Alliance (SHCA), το οποίο έχει καταθέσει τη συλλογική αγωγή στο Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ (όπου βρίσκεται η έδρα της Booking).
Οι συμμετέχοντες δεν πληρώνουν δικαστικά έξοδα ούτε αναλαμβάνουν οικονομικό ρίσκο. Η διαδικασία χρηματοδοτείται από εξειδικευμένο επενδυτικό fund. Σε περίπτωση νίκης ή συμβιβασμού, το fund παρακρατά ένα ποσοστό της τάξης του 30%, ενώ αν η αγωγή χαθεί, οι ξενοδόχοι δεν επιβαρύνονται με τίποτα.
Ήδη περισσότερα από 15.000 ξενοδοχεία από όλη την Ευρώπη έχουν ενταχθεί στη διαδικασία.
Πρόσφατες κρίσιμες εξελίξεις
Η παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων στη διαδικασία αγωγής έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2026 αποφασίστηκε λόγω πρόσφατων δικαστικών μαχών και τακτικών των δύο πλευρών:
Σύμφωνα με καταγγελίες του SHCA, η Booking διέκοψε ξαφνικά την πρόσβαση των ξενοδόχων στο ιστορικό τιμολογίων (προ του 2018) μέσω της εσωτερικής πλατφόρμας, δυσκολεύοντας τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για τη θεμελίωση των αποζημιώσεων. Το SHCA προσέφυγε στο Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, το οποίο δικαίωσε τους ξενοδόχους και διέταξε τη λήψη μέτρων για να διασφαλιστούν αυτά τα κρίσιμα έγγραφα.
Σχεδόν παράλληλα, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Βερολίνου εξέδωσε απόφαση που επιβεβαιώνει την ευθύνη της Booking.com για τις ζημίες που προκλήθηκαν σε ξενοδοχεία λόγω των ρητρών εξίσωσης τιμών.


Τι διεκδικούν οι ξενοδόχοι
Οι αξιώσεις χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες:
- Επιστροφή του μέρους των προμηθειών που θεωρείται ότι χρεώθηκε υπερβολικά και καταχρηστικά λόγω της έλλειψης ελεύθερου ανταγωνισμού.
- Tα έσοδα που έχασαν τα ξενοδοχεία επειδή δεν μπορούσαν να προσελκύσουν απευθείας κρατήσεις με χαμηλότερες τιμές.
Η υπόθεση αυτή θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες συλλογικές διεκδικήσεις στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας στην Ευρώπη και αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως τις ισορροπίες ανάμεσα στα καταλύματα και τις μεγάλες πλατφόρμες κρατήσεων.
Τι ισχυρίζεται η Booking
Η Booking ισχυρίζεται πως η χρήση των ρητρών που χρησιμοποιούσε στο παρελθόν ήταν για την αποτροπή του φαινομένου «free-rider»: Αν δεν υπήρχαν οι ρήτρες, ένας καταναλωτής θα μπορούσε να βρει το ξενοδοχείο μέσω της Booking.com και στη συνέχεια να κάνει κράτηση απευθείας από την ιστοσελίδα του ξενοδοχείου σε χαμηλότερη τιμή. Η Booking θεωρεί ότι οι ρήτρες αυτές εξασφάλιζαν μια δίκαιη ανταμοιβή για τις υπηρεσίες προβολής που προσέφερε.
Υπενθυμίζει ότι η διαμάχη αφορά πρακτικές του παρελθόντος. Παρουσιάζει τον εαυτό της ως έναν ζωτικό συνεργάτη του ευρωπαϊκού τουρισμού και υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις των ξενοδόχων για αποζημιώσεις είναι νομικά και οικονομικά αβάσιμες, καθώς παραγνωρίζουν τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και τη δίκαιη φύση των επιχειρηματικών συμβάσεων.
Επικαλείται μια δημοσκόπηση στην οποία το 74% των ξενοδόχων δήλωσαν ότι η Booking.com έκανε την επιχείρησή τους πιο κερδοφόρα, με πολλούς να αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά πληρότητας και χαμηλότερο κόστος απόκτησης πελατών.


Ισχυρή κερδοφορία
Τα συνολικά ετήσια έσοδα της μητρικής εταιρείας Booking Holdings Inc. (στην οποία ανήκουν το Booking.com, το Agoda, το Priceline, το KAYAK, το OpenTable κ.ά.) διαμορφώθηκαν ως εξής:
Για το έτος 2025: Τα έσοδα ανήλθαν στα 26,9 δισεκατομμύρια δολάρια, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 13% σε σύγκριση με το 2024. Για το έτος 2024: Τα έσοδα ήταν 23,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Για το έτος 2023: Τα έσοδα ήταν 21,3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 (Q1 2026) ξεκίνησε επίσης με θετικό πρόσημο, με τα έσοδα της εταιρείας να αγγίζουν τα 5,53 δισεκατομμύρια δολάρια (από $4,76 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025), σημειώνοντας αύξηση περίπου 16%.
