Φιλικότερα διακείμενος προς το επιχειρείν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Ντόναλντ Τραμπ ουδέποτε πέρασε από το Λευκό Οίκο.
Ο ίδιος στα τέλη του 2025, στα τέλη της πρώτης χρονιάς της δεύτερης θητείας του δηλαδή, είχε διακηρύξει ότι στη χώρα αναπτύσσονταν ξένες επενδύσεις ύψους 18 τρισ. δολαρίων. Ένα ποσό που υποτίθεται ότι «απεικονίζει τη βιομηχανική αναγέννηση των ΗΠΑ» και ότι «ανοίγει τις πόρτες για μια νέα χρυσή εποχή στην αμερικανική οικονομία».
Υποτίθεται! Διότι η πραγματικότητα φαίνεται πως είναι γι’ άλλη μια φορά – πολλοστή, φευ – εκ διαμέτρου αντίθετη με τους ισχυρισμούς του πλανητάρχη. Μελέτη που δημοσίευσε τη Δευτέρα το εδρεύον στην Κολωνία (Γερμανία) Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας (IW Cologne) με βάση στοιχεία της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας (Bundesbank) έδειξε μια κάθετη πτώση των γερμανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ.


Ο Ντόναλντ Τραμπ / REUTERS/Ken Cedeno
Συγκεκριμένα, το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2026 οι γερμανικές επιχειρήσεις επένδυσαν μόνο 4,3 δισ. ευρώ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, οι εφετινές επενδύσεις δείχνουν μια μείωση της τάξεως του 65%.
«Η αρνητική τάση που παρατηρείται από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2025, συνεχίζεται», σημειώνει η συντάκτις της έκθεσης, Σαμίνα Σουλτάν. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024, το τελευταίο πριν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η πτώση των γερμανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ αγγίζει σε ποσοστό το 80%.
Αβεβαιότητα αντί για σταθερότητα
«Η ευμετάβλητη δασμολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία αποσκοπεί εν μέρει στην ανάκτηση της δυναμικότητας της αμερικανικής βιομηχανίας, δημιουργεί περισσότερη αβεβαιότητα παρά σταθερότητα», μεταδίδει από το Βερολίνο ο Τιμπό Μαντλέν της «Les Echos».
Ο ανταποκριτής της γαλλικής εφημερίδας φέρνει για παράδειγμα τους δισταγμούς που εξακολουθούν να έχουν οι Γερμανοί κατασκευαστές αυτοκινήτων προκειμένου να ξεκινήσουν τις επενδύσεις στις ΗΠΑ που προανήγγειλαν πέρυσι κατά τη διάρκεια των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Βρυξελλών.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής τον περασμένο Απρίλιο η Mercedes ανακοίνωσε μια επένδυση 4 δισ. δολαρίων στο εργοστάσιό της στην Τασκαλούσα της Αλαμπάμα για την κατασκευή (και) εκεί του δημοφιλούς μοντέλου GLC. Το SUV αυτό είναι το δεύτερο σε πωλήσεις μοντέλο της γερμανικής φίρμας στις Ηνωμένες Πολιτείες και μέχρι τώρα εξάγεται εκεί από τη Γερμανία, επομένως υπόκειται σε δασμούς 15%, τους οποίους μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει να αυξήσει.
Η Mercedes ανακοίνωσε μεν, αλλά διστάζει να μεταφέρει στην άλλη ακτή του Ατλαντικού την παραγωγή της GLC, ενώ ούτε ο όμιλος Volkswagen έχει μέχρι στιγμής οριστικοποιήσει το σχέδιό του για την ανέγερση στις ΗΠΑ ενός εργοστασίου που θα παράγει μοντέλα της θυγατρικής της, Audi. Πρόκειται για ένα έργο που η VW είχε συνδέσει με τις μειώσεις δασμών που είχε υποσχεθεί αλλά κατόπιν αναίρεσε ο Τραμπ.
Πέραν αυτού, η VW σταμάτησε την παραγωγή του ηλεκτρικού SUV ID.4 στο εργοστάσιό της στην Τσατανούγκα του Τενεσί, για να αντιμετωπίσει μια κάμψη των πωλήσεών της στην αμερικανική αγορά που φθάνει το μισό δισ. ευρώ.
Ασταθές κανονιστικό πλαίσιο
Ασφαλώς η αγορά των ΗΠΑ παραμένει τεράστια και ως εκ τούτου ελκυστική για τους ξένους επενδυτές, Γερμανούς και άλλους. Όμως το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει ορισμένους επιχειρηματικούς τομείς, όπως είναι η αυτοκινητοβιομηχανία και οι πράσινες τεχνολογίες, δεν είναι πλέον τόσο σταθερό. Ως εκ τούτου επηρεάζονται αρνητικά οι εξαγωγές και οι επενδύσεις προς τη χώρα, είτε προέρχονται από τη Γερμανία είτε από αλλού.
«Η Γερμανία παραμένει ουσιαστικά προσανατολισμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν θεωρεί πλέον την Ουάσινγκτον τόσο αξιόπιστο εμπορικό και οικονομικό εταίρο όπως στο παρελθόν», μεταδίδει ο ανταποκριτής της «Les Echos».
Η μεγάλη κάμψη των επενδύσεων από γερμανικές εταιρείες στις ΗΠΑ φαίνεται να επιβεβαιώνει μια τάση που δεν είναι πρόσφατη. Κατά τα πρώτα εξάμηνα των πέντε ετών που προηγήθηκαν της πανδημίας Covid-19, οι γερμανικές εταιρείες επένδυαν κατά μέσο όρο 15,8 δισ. ευρώ στις ΗΠΑ, «σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερα από όσα επενδύουν σήμερα», παρατηρεί το Ινστιτούτο IW Cologne.
Κερδισμένη η Κίνα
«Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να επανεπενδύουν τα κέρδη που έχουν αποκομίσει εκεί», σημειώνει η Σαμίνα Σουλτάν. «Από την άλλη πλευρά», συμπληρώνει η ερευνήτρια, «οι εταιρείες διστάζουν όταν πρόκειται να αποφασίσουν την επένδυση νέων κεφαλαίων». Κατά τη γερμανίδα ειδικό η εξέλιξη αυτή «δείχνει το βαθμό κατά τον οποίο η αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής που ασκεί ο Τραμπ εμποδίζει πολλές επενδυτικές αποφάσεις».
Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της ανερμάτιστης πολιτικής του Τραμπ έναντι του Βερολίνου είναι να επωφελείται η «συνήθης κερδισμένη» των τελευταίων χρόνων, η Κίνα. Έτσι, η μείωση των γερμανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ συμπίπτει συγκυριακά με την αύξηση των επενδύσεων στην Κίνα. Το 2025 οι γερμανικές εταιρείες επένδυσαν περίπου 7 δισ. ευρώ στην Κίνα, σύμφωνα με το IW Cologne.
Στοιχεία για τις επενδύσεις στην Κίνα το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους δεν έδωσε το Ινστιτούτο. Αλλά το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι γερμανικές επενδύσεις στην Κίνα ήταν 4,5 δισ. ευρώ, όσες περίπου και το πρώτο εξάμηνο του 2024. Αν κυμάνθηκαν στα ίδια επίπεδα και φέτος, πιθανότατα ξεπέρασαν τις επενδύσεις στις ΗΠΑ (4,3 δισ. ευρώ).
Πηγή: ΟΤ
