Τον Ιανουάριο του 2026 ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ έλεγε ότι η οικονομία του Ιράν «κατέρρευσε». Επτά μήνες μετά, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, θα δήλωνε -πιο συγκρατημένα- ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται απλά σε πολύ άσχημη κατάσταση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ιρανική οικονομία δεδομένων των πρωτοφανών συνθηκών, είχε αποκτήσει σημαντικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας, πριν σκάσουν οι βόμβες σε υποδομές και σχολεία.
Δίχως αμφιβολία, η πλειονότητα των ειδικών συμφωνεί ότι η οικονομία του Ιράν βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών.
Χρόνια αυστηρών κυρώσεων εξανέμισαν δύο δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης, ενώ μήνες πολέμου προκάλεσαν ζημιές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε υποδομές και παραγωγική ικανότητα και πρόσθεσαν εκατομμύρια ανθρώπους στις τάξεις των ανέργων.
Πόση, όμως, ακριβώς οικονομική τιμωρία μπορεί να αντέξει η ιρανική κοινωνία;
Μπορεί ΗΠΑ και Ισραήλ να ξεκίνησαν τον πόλεμο πιστεύοντας πως το Ιράν βρισκόταν στα πρόθυρα οικονομικής καταστροφής, ωστόσο, «πλέον έχει καταστεί εμφανές ότι τόσο η εικόνα της ακραίας οικονομικής ευθραυστότητας όσο και η προσδοκία αλλαγής καθεστώτος ήταν σε μεγάλο βαθμό υπερβολικές» αναφέρει ο Τζαβάντ Σαλεχί-Ισφαχανί, καθηγητής Οικονομικών στο Πολυτεχνικό Ινστιτούτο και Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.
Ο Ισφαχανί επιχειρεί να εξηγήσει με ανάλυσή του στο The Responsible Statecraft, γιατί η ιρανική οικονομία, παρά τον συνδυασμό κυρώσεων και πολέμου, δεν έχει καταρρεύσει και ποιοι μηχανισμοί συνέβαλαν στην ανθεκτικότητά της
Ανθεκτικότητα παρά τη «μέγιστη πίεση»
Πράγματι, η οικονομία του Ιράν είχε κακές επιδόσεις από τότε που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» το 2018, ωστόσο, όπως παρατηρεί ο καθηγητής, η «βραδεία ανάπτυξη» και η «στασιμότητα» αποδίδουν ακριβέστερα την κατάσταση από την κατάρρευση που χρησιμοποιούν καταχρηστικά οι Μπέσεντ και ο Τραμπ.
Η απασχόληση ανέκαμψε αφού αρχικά δέχθηκε πλήγμα, αυξανόμενη από περίπου 23 εκατομμύρια σε 25 εκατομμύρια πριν από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025. Η αύξηση της απασχόλησης μάλιστα ξεπέρασε την αύξηση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, ο οποίος αυξήθηκε κατά περίπου 1,7 εκατομμύρια την ίδια περίοδο.
Για να εξετάσει την πραγματική εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου, ο Ισφαχανί χρησιμοποιεί το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP) και σταθερές τιμές, αποφεύγοντας έτσι τις μεγάλες στρεβλώσεις που προκαλεί η υποτίμηση του ριάλ όταν το ιρανικό ΑΕΠ μετατρέπεται σε δολάρια με την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία.
Έτσι, σύμφωνα με τον δείκτη PPP σε σταθερές τιμές της Παγκόσμιας Τράπεζας, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ανέκαμψε μετά την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων, όπως παρατηρεί ο ίδιος.
«Το 2025 ήταν κατά 9,6% υψηλότερο από ό,τι το 2018, όταν ο Τραμπ ξεκίνησε την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης», και κατά 5,5% υψηλότερο από ό,τι το 2011, όταν οι κυρώσεις έγιναν για πρώτη φορά αυστηρότερες επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα και περιόρισαν ολοένα περισσότερο το διεθνές εμπόριο του Ιράν».
Εάν η οικονομία του Ιράν είχε συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό 5% ετησίως μετά το 2011, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της θα ήταν υπερδιπλάσιο από εκείνο του 2011, λέει.
«Αυτοί κάθε άλλο παρά εντυπωσιακοί ρυθμοί ανάπτυξης είναι» σημειώνει ο καθηγητής, αλλά υπογραμμίζει ότι παρ’ όλα αυτά, αυτοί οι αριθμοί δεν περιγράφουν μια οικονομία στα πρόθυρα της κατάρρευσης.
«Η διάκριση αυτή έχει σημασία, διότι η πολιτική στρατηγική της μέγιστης πίεσης βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην υπόθεση ότι μία ακόμη σύσφιξη της οικονομικής μέγγενης θα μπορούσε να ωθήσει μια ήδη εξαντλημένη οικονομία -και, κατά συνέπεια, το πολιτικό σύστημα- πέρα από τα όριά της».
Πόσο επιδείνωσε ο πόλεμος αυτή τη ζοφερή εικόνα;
Ο πόλεμος του 2026 ήρθε να ανακόψει αυτή την εικόνα, φυσικά προς το χειρότερο.
Κυρίως ως αποτέλεσμα των βομβαρδισμών που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, τόσο το ΑΕΠ όσο και η απασχόληση μειώθηκαν την άνοιξη του 2026. Μέχρι τον Ιούνιο, σχεδόν μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας είχαν χαθεί.
Το ποσοστό ανεργίας, το οποίο είχε παραμείνει κάτω από το 8% τα προηγούμενα δύο χρόνια, εκτινάχθηκε στο 9,1% αυτή την άνοιξη και πιθανότατα συνεχίζει να αυξάνεται, καθώς περισσότερες επιχειρήσεις κλείνουν λόγω έλλειψης εισαγόμενων εισροών.
Ωστόσο τα πιο πρόσφατα οικονομικά στοιχεία για το ΑΕΠ που καλύπτουν την άνοιξη του 2026, αποκαλύπτουν μια εκπληκτικά μικρή συρρίκνωση: η παραγωγή ήταν μόλις κατά 0,21% χαμηλότερη από το επίπεδό της την άνοιξη του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Ισφαχανί.
«Μέρος της εξήγησης για την περιορισμένη πτώση ήταν η ανάπτυξη κατά 6,5% στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, έναν τομέα που επιδοτείται σε μεγάλο βαθμό και παρέχεται κυρίως από το κράτος. Η μεταποίηση αναπτύχθηκε κατά 1,46%, καταλαμβάνοντας με μεγάλη διαφορά τη δεύτερη θέση».
Βέβαια, πρόκειται για αξιοπρόσεκτη αντοχή στα πρώτα στάδια του πολέμου του 2026, καθώς έκτοτε η μεταποίηση έχει πληγεί από διαταραχές στον εφοδιασμό από εγκαταστάσεις χαλυβουργίας και πετροχημικών που έχουν υποστεί σφοδρούς βομβαρδισμούς, ενώ και οι ίδιες οι υποδομές κοινής ωφέλειας έχουν γίνει στόχοι αμερικανικών επιθέσεων.
Αυτό δεν είναι κατάρρευση
Εν αναμονή των νεότερων οικονομικών στοιχείων, που θα δείξουν πώς αντέχει η ιρανική οικονομία σε συνθήκες παρατεταμένου πολέμου, ο Ισφαχανί επισημαίνει ακόμη ένα στοιχείο που παραβλέπει το αφήγημα περί επικείμενης οικονομικής κατάρρευσης του Μπέσεντ και Τραμπ.
Κατά τα τρία χρόνια πριν από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025, η πραγματική μέση κατά κεφαλήν δαπάνη αυξήθηκε και τα ποσοστά φτώχειας μειώθηκαν.


Ένας βασικός λόγος για αυτή την οικονομική ανθεκτικότητα ήταν η αναβίωση και η διεύρυνση των χρηματικών μεταβιβάσεων υπό τις κυβερνήσεις Ραΐσι και Πεζεσκιάν, οι οποίες επικεντρώθηκαν στην αναδιανομή πόρων προς τους φτωχούς αντί για τις περισσότερο προσανατολισμένες προς την αγορά και φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές του προέδρου Χασάν Ροχανί. Οι μεταβιβάσεις δεν αποζημίωσαν πλήρως τα νοικοκυριά για τα χρόνια πληθωρισμού και κυρώσεων, αλλά συνέβαλαν στον μετριασμό των επιπτώσεών τους και στην αποτροπή της πείνας μεταξύ των φτωχών.
Βέβαια ο Ισφαχανί, προειδοποιεί ότι οι χρηματικές μεταβιβάσεις έχουν τα όριά τους. Καθώς οι κυρώσεις και ο αποκλεισμός περιορίζουν ασφυκτικά τα έσοδα από το πετρέλαιο και αναγκάζουν την κυβέρνηση να τυπώνει χρήμα για να χρηματοδοτεί τις μεταβιβάσεις, το κόστος του πολέμου γίνεται ολοένα περισσότερο αισθητό μέσω της ανόδου των τιμών. Ήδη την άνοιξη οι τιμές αυξάνονταν με τριψήφιους ετήσιους ρυθμούς.


Η σύντομη ανάπαυλα που ήρθε στις 17 Ιουνίου με την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ, ήταν αρκετή ώστε ο συνολικός πληθωρισμός να υποχωρήσει τον Ιούλιο στο μισό του ετήσιου ρυθμού 99% που είχε φτάσει τον Ιούνιο.
Η πολιτική της κυβέρνησης να επιτρέπει στις τιμές -συμπεριλαμβανομένης της συναλλαγματικής ισοτιμίας- να αυξάνονται, αντί να καθορίζει σταθερές τιμές και να καταφεύγει σε δελτίο, έχει συμβάλει στην ανθεκτικότητα της οικονομίας και βοηθά να εξηγηθεί γιατί οι επανειλημμένες προβλέψεις περί επικείμενης οικονομικής κατάρρευσης έχουν αποδειχθεί αναξιόπιστες.
Είναι δύσκολο να προβλεφθεί για πόσο ακόμη η κυβέρνηση Πεζεσκιάν θα μπορέσει να συνεχίσει αυτή την πορεία και να αποφύγει το δελτίο, εάν εμφανιστούν ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων.
