Οι έρευνες, τα συνέδρια και τα άρθρα για τη «Gen Z», που γεννήθηκε μεταξύ των τελών της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2010, αφθονούν, φέρνοντας μαζί τους αφηγήσεις τόσο προβλέψιμες όσο γνώριμες.
Οι νέοι υποτίθεται ότι δεν θέλουν πλέον να εργάζονται.
Σύμφωνα με άρθρο του Ζαν Πραλόνγκ, Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού στο The Conversation, το 57% των επιχειρηματικών ηγετών τους θεωρεί λιγότερο αφοσιωμένους· το 77% τους θεωρεί λιγότερο πρόθυμους να απαντήσουν στο τηλέφωνο εκτός ωραρίου εργασίας ή να κάνουν υπερωρίες χωρίς αμοιβή (!).
Είναι απαιτητικοί και αναξιόπιστοι(53%). Επιπλέον, οι εργοδότες δυσκολεύονται να προσφέρουν μισθούς που οι νέοι θα θεωρούσαν ελκυστικούς (56%). Ωστόσο, αυτή η γενιά είναι «πιο καινοτόμος» (51%) και «πιο άνετη με την τεχνητή νοημοσύνη» (90%).

Οργανωμένη επισφάλεια
Αν ψάξει κανείς μπορείς εύκολα να βρει αρκετές έρευνες από δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν που λένε την ίδια ιστορία, με ελάχιστες μόνο διαφοροποιήσεις, σύμφωνα με τον Πραλόνγκ.
Γιατί αυτή η επιμονή στα στερεότυπα, όταν το 84% των νέων δηλώνει ότι απολαμβάνει τη δουλειά του ή όταν το 73% δέχεται καθήκοντα εκτός της περιγραφής της θέσης εργασίας του;
Μια ένδειξη: το 58% των εργοδοτών παραδέχεται ότι δεν προσφέρει ελκυστικούς μισθούς, και το 80% αναγνωρίζει ότι αυτός είναι ο λόγος για τις δυσκολίες πρόσληψης.
Τα κλισέ αφθονούν, καλύπτοντας μια πολύ πιο πεζή πραγματικότητα.
Αν και τα νεαρά άτομα είναι περιζήτητα παντού, τελικά δεν προσλαμβάνονται πουθενά.
Οι γεμάτοι εμπόδια δρόμοι τους προς την ένταξη είναι συμπτωματικοί ενός συστήματος που, ενώ υμνεί τη νεολαία, την κρατά σε κατάσταση επισφάλειας.
Το πτυχίο δεν αρκεί για την Gen Z
Πολλοί νέοι είναι πτυχιούχοι, καταρτισμένοι, και όμως υποαπασχολούμενοι.
Σύμφωνα με το Céreq (γαλλικό Κέντρο Μελετών και Ερευνών για τα Προσόντα), το 23% των κατόχων επαγγελματικού πιστοποιητικού είναι άνεργοι ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή τους από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Ένας στους τρεις νέους (κάτω των 26 ετών) στη Γαλλία βίωσε μια περίοδο ανεργίας που διήρκεσε περισσότερο από έξι μήνες κατά τα τρία έτη που ακολούθησαν την ολοκλήρωση των σπουδών του.
Η νεότητα δεν αποτελεί το ίδιο το πρόβλημα, αλλά μάλλον ένα σύμπτωμα μιας κατακερματισμένης αγοράς εργασίας, όπου οι κοινωνικές ανισότητες έχουν μεγαλύτερο βάρος από τα προσόντα.

Η κατασκευή της νεολαίας
Ο αργός ρυθμός επαγγελματικής ένταξης οφείλεται λιγότερο στους ίδιους τους νέους και περισσότερο στα στερεότυπα που τους αποδίδονται.
Όπως υποστηρίζει ο κοινωνιολόγος Olivier Galland, η νεολαία είναι ένα πρόσφατο κοινωνικό κατασκεύασμα στην Ευρώπη.
Πριν από τον 20ο αιώνα, η μετάβαση στην ενηλικίωση σηματοδοτούνταν από σαφείς και ταυτόχρονες «τελετουργίες»: είσοδος στην αγορά εργασίας, γάμος και αποχώρηση από το πατρικό σπίτι.
Τα τρία ήταν αλληλένδετα: η απόκτηση ανεξάρτητου εισοδήματος επέτρεπε τον γάμο και την πρόσβαση σε δικό σου σπίτι.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αυτές οι τρεις φάσεις έγιναν όλο και πιο διακριτές.
Έτσι, ορισμένοι νέοι της Gen Z αφήνουν πίσω το πατρικό τους σπίτι χωρίς εισόδημα, ιδίως για να σπουδάσουν· άλλοι συνάπτουν σχέσεις χωρίς σταθερή απασχόληση· άλλοι πάλι εργάζονται αλλά παραμένουν κάτω από την οικογενειακή στέγη.
Εν τέλει, η «νεολαία» έχει εφευρεθεί ως μια αιωρούμενη ακολουθία μεταξύ παιδικής ηλικίας και ενηλικίωσης, που δεν ορίζεται από την ηλικία, αλλά από κριτήρια συνώνυμα με την αστάθεια: κάποιος θα είναι νέος όσο δεν βρίσκεται ούτε σε μόνιμη σχέση, ούτε σε μόνιμη εργασία, ούτε σε δικό του σπίτι.
Η νεολαία είναι επομένως, εξ ορισμού, μια «απόκλιση»: είναι ένα στάδιο της ζωής που ορίζεται από τις αποκλίσεις του από τον στόχο.
Γι’ αυτό οι αφηγήσεις για τους νέους αναπτύσσουν πάντα τα ίδια θέματα ανωριμότητας.
Κατά συνέπεια, οι διαρκείς δοκιμασίες γίνονται ο κανόνας: πρακτική άσκηση, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επαναλαμβανόμενες δοκιμαστικές περίοδοι.

Ένας φαύλος κύκλος που γεννά δυσπιστία
Αυτή η συστηματική δυσπιστία έχει συγκεκριμένες συνέπειες.
Οι νέοι συσσωρεύουν υποτιμημένες εμπειρίες που τους παγιδεύουν σε έναν φαύλο κύκλο.
Όσο πιο χαοτική είναι η επαγγελματική τους πορεία, τόσο πιο δύσπιστοι γίνονται οι εργοδότες… και τόσο πιο χαοτική γίνεται η επαγγελματική τους πορεία.
Οι επαναλαμβανόμενες δυσκολίες διαμορφώνουν στις νέες γενιές επαγγελματικές αντιλήψεις που χαρακτηρίζονται από δυσπιστία.
Αυτές οι πεποιθήσεις, που γεννιούνται από την εμπειρία, γίνονται στρατηγικές επιβίωσης.
Μερικοί νέοι, για παράδειγμα, υποβαθμίζουν τις προσδοκίες τους κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, ώστε να μην τους τρομάξουν.
Ωστόσο, εξακολουθούν να έχουν τις δικές τους σκέψεις, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τα προσόντα και τις δεξιότητές τους.
Άλλοι, κουρασμένοι από τις προσφορές για μη αμειβόμενες πρακτικές ασκήσεις, αρνούνται να παίξουν το παιχνίδι και υιοθετούν μια στάση αντίστασης – ειρωνική, απογοητευμένη ή καρικατουριστικά «αποστασιοποιημένη».
Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Οι συμπεριφορές που υιοθετούν οι νέοι για να προστατευθούν ερμηνεύονται ως απόδειξη της ανωριμότητάς τους.
Έτσι, ορισμένοι νέοι καταλήγουν να συμφωνούν με τους επικριτές τους – όχι επειδή ταιριάζουν πραγματικά σε αυτά τα στερεότυπα, αλλά επειδή το σύστημα τους ωθεί να το κάνουν.
Ο μύθος του πολέμου των γενεών
Ο «πόλεμος των ηλικιών» δεν συνέβη ποτέ.
Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως ελαττώματα της γενιάς είναι απλώς μια αντανάκλαση ενός συστήματος που, ενώ υμνεί τη νεολαία, την κρατά σε κατάσταση επισφάλειας.
Οι νέοι δεν είναι «δύσκολοι»: είναι διορατικοί.
Δεν «στερούνται ρεαλισμού»: είναι υπερβολικά ρεαλιστικοί, γράφει ο Πραλόνγκ.
Για να ξεπεράσουμε αυτό το αδιέξοδο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η αργή ένταξή τους δεν είναι επιλογή, αλλά συνέπεια ανισοτήτων που υπερτερούν των προσόντων, μία κατακερματισμένης οικονομίας, μιας διαρθρωτικής δυσπιστίας απέναντι σε μια νεολαία που διατηρείται σε αβεβαιότητα, και μιας αγοράς εργασίας που απαιτεί τα πάντα αλλά προσφέρει μόνο ψίχουλα.
Η συμπεριφορά τους δεν είναι απόρριψη της εργασίας, αλλά ένα σημάδι ότι έχουν καταλάβει: σε ένα σύστημα που δεν τηρεί τις υποσχέσεις του, η μόνη δυνατή αντίσταση είναι να σταματήσουν να το παίρνουν στα σοβαρά.
