Σε έναν ολοένα και πιο ασφυκτικό κλοιό οφειλών βρίσκονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με τα στοιχεία του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 που δημοσιεύτηκαν χθες να αποτυπώνουν γενικευμένη επιδείνωση της δυνατότητάς τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Περισσότερες από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις, το 30,9%, έχουν πλέον μία ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Πρόκειται για απότομη επιδείνωση μέσα σε μόλις έναν χρόνο: το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 24% το πρώτο εξάμηνο του 2025 και αυξήθηκε σε 27,5% στο δεύτερο εξάμηνο, πριν ξεπεράσει το 30% στις αρχές του 2026.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν αυξάνεται απλώς ο αριθμός των επιχειρήσεων που χρωστούν, αλλά πολλαπλασιάζονται εκείνες που συσσωρεύουν χρέη σε διαφορετικά μέτωπα. Το 13,3% έχει περισσότερες από δύο ληξιπρόθεσμες οφειλές, ποσοστό αυξημένο κατά 4,2 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έξι μήνες.
Την ίδια ώρα, το 11,9% έχει μία ληξιπρόθεσμη οφειλή και το 5,7% δύο.
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Από την Εφορία μέχρι το ενοίκιο
Η πίεση δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη υποχρέωση. Αντίθετα, τα στοιχεία δείχνουν ταυτόχρονη αύξηση των καθυστερήσεων σε όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες που εξετάζει η έρευνα.
Το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφεται στην Εφορία, όπου οι επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν από 11,2% το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε 12,5% το δεύτερο εξάμηνο και πλέον σε 14,2%.


Ιδιαίτερα έντονη είναι η επιδείνωση στις οφειλές προς προμηθευτές, οι οποίες μέσα σε έναν χρόνο εκτινάχθηκαν από 8,8% σε 13,5%. Πρόκειται για ένα στοιχείο με ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αδυναμία μιας επιχείρησης να πληρώσει την επόμενη μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές πιέσεις στην αγορά.
Στον ΟΑΕΕ το ποσοστό αυξήθηκε από 10,3% σε 12,6%, ενώ στις οφειλές για ηλεκτρική ενέργεια από 7,9% σε 10,6%.
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στις τράπεζες, όπου το ποσοστό ανέβηκε από 6,5% σε 10%, αλλά και στα ενοίκια, όπου σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε έναν χρόνο, από 5,3% σε 9,4%. Στο ΙΚΑ οι καθυστερημένες υποχρεώσεις αυξήθηκαν από 4,7% σε 6,9% και στους λοιπούς λογαριασμούς από 4,6% σε 7,1%.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, αναδεικνύει μεταξύ άλλων την πίεση από τη φορολογία, το ενεργειακό κόστος, τα υψηλότερα ενοίκια και το κόστος χρηματοδότησης, αλλά και την ανάγκη αποτελεσματικότερων ρυθμίσεων οφειλών.
Μία στις τρεις χρωστά πάνω από 10.000 ευρώ
Μια θετική ένδειξη καταγράφεται στο ύψος των συσσωρευμένων χρεών. Από τις επιχειρήσεις που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, το 34,5% χρωστά περισσότερα από 10.000 ευρώ, έναντι 41,9% το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και 45,1% το πρώτο εξάμηνο του ίδιου έτους.
Παρά την αποκλιμάκωση, το γεγονός ότι περισσότερες από μία στις τρεις επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμα χρέη εξακολουθούν να οφείλουν πάνω από 10.000 ευρώ παραμένει ισχυρή ένδειξη οικονομικής πίεσης.
\

Αντίθετα, αυξάνεται η συγκέντρωση στις χαμηλότερες βαθμίδες χρέους. Το 46,1% όσων έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές χρωστά λιγότερα από 10.000 ευρώ, από 42,2% το προηγούμενο εξάμηνο και 37,5% πριν από έναν χρόνο.
Αναλυτικότερα, το μεγαλύτερο μεμονωμένο ποσοστό, 13,7%, έχει οφειλές από 5.001 έως 10.000 ευρώ, ενώ 11,8% βρίσκεται μεταξύ 20.001 και 50.000 ευρώ. Χρέη 10.001-20.000 ευρώ έχει το 9,3%, ενώ το 7,2% ξεπερνά τις 100.000 ευρώ.
Φόβοι για νέα γενιά ληξιπρόθεσμων χρεών
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τα χρέη που έχουν ήδη δημιουργηθεί. Οι απαντήσεις των επιχειρήσεων για τους επόμενους μήνες δείχνουν ότι ο κίνδυνος παραγωγής νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων παραμένει ισχυρός.
Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις τράπεζες, καθώς 19% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Για την Εφορία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 13,6%, για τον ΟΑΕΕ σε 13,3% και για τα ενοίκια σε 13%.
Παράλληλα, το 12,1% φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να πληρώσει τους προμηθευτές του, το 10,4% τους λογαριασμούς ενέργειας και το 9,6% τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων.
Η μεγάλη εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι επομένως δύσκολο να αγνοηθεί: μέσα σε έναν χρόνο το ποσοστό των μικρών επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκε από 24% σε 30,9% και η επιδείνωση διαχέεται πλέον από την Εφορία και τις τράπεζες μέχρι τους προμηθευτές, την ενέργεια και τα ενοίκια.
Πηγή: ΟΤ
