Σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου Μπράουν, η άνοδος των τιμών της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν έχει επιβαρύνει τους Αμερικανούς καταναλωτές με επιπλέον κόστος άνω των 111,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων τα 61,3 δισεκατομμύρια αφορούν τη βενζίνη και τα 50,4 δισεκατομμύρια το πετρέλαιο ντίζελ.
Η εκτίμηση αυτή δείχνει ότι το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό έχει πληρώσει περίπου 852 δολάρια σε επιπλέον ενεργειακά έξοδα, ενώ η τιμή του πετρελαίου ντίζελ έχει αυξηθεί κατά 77,2 τοις εκατό κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Την δεδομένη στιγμή, την φθηνότερη τιμή βενζίνης την έχει το Τέξας με 3,948$ το γαλόνι (2,5 λίτρα) και την ακριβότερη τιμή σε όλες τις ΗΠΑ την πληρώνουν στην πολιτεία της Καλιφόρνιας με 6,153 δολάρια ανά γαλόνι. Οι αυξήσεις κυμαίνονται από το +1,2 δολάρια ανά γαλόνι στην Ουάσινγκτον και φτάνουν μέχρι τα + 2 δολάρια ανά γαλόνι στην πολιτεία της Γιούτα.
Συνολικά οι πολίτες του Τέξας έχουν επιβαρυνθεί με 5,77 δισ. δολάρια από την έναρξη του πολέμου μόνο από τα κόστη που αφορούν την βενζίνη (η τιμή της βενζίνης συμπαρασύρει και άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών) και ακολουθεί η Καλιφόρνια με 5,32 δισ. δολάρια.
Περίπου κάθε 90 δευτερόλεπτα οι αμερικανοί πολίτες πληρώνουν 1 εκατομμύριο δολάρια.


Τι μετράει ο δείκτης
Ο δείκτης αυτός μετρά το επιπλέον οικονομικό βάρος που επιβαρύνει τους Αμερικανούς καταναλωτές λόγω των αυξημένων τιμών της βενζίνης και του ντίζελ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Συγκρίνει τις πραγματικές τιμές με μια υποθετική εκτίμηση «χωρίς πόλεμο», δηλαδή τις τιμές που θα ίσχυαν αν η σύγκρουση δεν είχε ξεσπάσει.
Για να απαντήσει στο ερώτημα «πόσο κοστίζει ο πόλεμος με το Ιράν στους Αμερικανούς καταναλωτές» το Πανεπιστήμιο Μπράουν χρησιμοποιεί πραγματικές τιμές που ενημερώνονται καθημερινά. Το κόστος των καυσίμων αποτελεί μόνο ένα μέρος των συνεπειών ενός πολέμου, αλλά βαρύνει άμεσα τους Αμερικανούς. Τα έξοδα αυτά αυξάνονται καθημερινά, όπως αναφέρει.
