Η ποιότητα εργασίας δεν είναι μόνο ζήτημα ευημερίας. Είναι βασικός μοχλός ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς αποκλεισμούς. Γι’αυτό τον λόγο, βρίσκεται στο επίκεντρο της τελευταίας έρευνας του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Εurofound, για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας.
Πρόκειται για την 8η κατά σειρά έρευνα European Working Conditions Survey (EWCS 2024), η οποία δημοσιοποιήθηκε στο σύνολό της τον Απρίλιο του 2026. Η έρευνα πραγματοποιείται εδώ και τρεις δεκαετίες, σε τακτικά χρονικά διαστήματα (ανά 3-4 χρόνια) και θεωρείται από τις πλέον έγκριτες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Έχουν συμμετάσχει, με προσωπικές συνεντεύξεις διάρκειας περίπου 45 λεπτών, πάνω από 36.000 εργαζόμενοι, από 35 χώρες, αναμεσά τους και η Ελλάδα.
Σε ξεχωριστό κεφάλαιο της έρευνας, η Εurofound εξετάζει την ποιότητα εργασίας στην Ευρώπη, όπως εκφράζεται σε επτά βασικές συνιστώσες:
- Ποιότητα αποδοχών
- Ποιότητα ωραρίου
- Εργασιακές προοπτικές
- Δεξιότητες και αυτονομία
- Ένταση εργασίας
- Κοινωνικό περιβάλλον
- Φυσικό περιβάλλον
Ποιότητα εργασίας και δημογραφικό
Αν και υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί ορισμοί για την ποιότητα εργασίας και τις παραμέτρους της, οι επτά παραπάνω διαστάσεις έχουν επιλεγεί ως οι κατεξοχήν αντιπροσωπευτικές. Έχει επαληθευθεί ότι συνδέονται με την υγεία και την ευημερία και προσφέρονται για όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικές συγκρίσεις.
Ο στόχος των μετρήσεων είναι να προσφέρουν αξιοποιήσιμα στοιχεία για τη χάραξη πολιτικής, τόσο σε κεντρικό επίπεδο, όσο και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, το ενδιαφέρον για την ποιότητα της εργασίας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια ως απάντηση στην πολιτική ανησυχία σχετικά με τον τρόπο αύξησης του ποσοστού απασχόλησης.
Πρόκειται για μια στρατηγική που συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές στο δημογραφικό. Με τη σημερινή μείωση του συνολικού πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, η σημασία της ποιότητας εργασίας αναβαθμίζεται στην κεντρική πολιτική ατζέντα. Η νομοθετική πρωτοβουλία για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας (Quality Jobs Act), αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2026, στο πλαίσιο του αντίστοιχου Οδικού Χάρτη, και της δίδυμης (πράσινης και ψηφιακής) μετάβασης.
Πέρα από τις διακηρύξεις, στην πράξη παρατηρούμε μεγάλες αποκλίσεις στην ποιότητα εργασίας, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο επαγγελματικών κλάδων, φύλου, ηλικίας και μεγέθους επιχείρησης.
Η τιμή που αποδίδεται σε κάθε δείκτη κυμαίνεται από 0 (η χειρότερη κατάσταση) έως 100 (η καλύτερη κατάσταση).
Ουραγός η Ελλάδα στην ποιότητα αποδοχών
Ο πρώτος δείκτης που εξετάζει η έρευνα για την ποιότητα εργασίας είναι οι αποδοχές. Μετρά τον βαθμό στον οποίο οι θέσεις εργασίας ικανοποιούν την ανάγκη για εξασφάλιση των μέσων διαβίωσης. Ο δείκτης της ποιότητας αποδοχών συντίθεται από τρεις επί μέρους υποδείκτες: Το επίπεδο των αποδοχών, η προβλεψιμότητά τους και η δικαιοσύνη τους σε σχέση με την καταβληθείσα προσπάθεια.
Η Ελλάδα τον χαμηλότερο δείκτη ποιότητας αποδοχών ανάμεσα σε 35 χώρες, εντός και εκτός ΕΕ. Συγκεκριμένα «σκοράρει» μόλις 52 στα 100, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι το 58. Η Βουλγαρία έχει δείκτη αποδοχών 54 και η Ρουμανία 55. Ακόμα και χώρες των Βαλκανίων υπό ένταξη στην ΕΕ, όπως οι Αλβανία, Μαυροβούνιο, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία έχουν δείκτη ποιότητας αποδοχών 53, ένα βαθμό πιο πάνω από την Ελλάδα.
Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων που δουλεύει 48 και πλέον ώρες την εβδομάδα, στο 33%
Τους υψηλότερους δείκτες ποιότητας αποδοχών έχουν οι Ελβετία και Αυστρία (63), Γερμανία (62), Ολλανδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο (61). Σε ό,τι αφορά την προβλεψιμότητα του μισθού, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Περισσότεροι από 1 στους 4 εργαζόμενους, δεν γνωρίζουν πόσα θα εισπράξουν τους επόμενους τρεις μήνες, και λιγότεροι από τους μισούς γνωρίζουν με ακρίβεια. Παρόμοια εικόνα επικρατεί μόνο σε Ρουμανία και Αλβανία.

Ποιότητα χρόνου εργασίας
Ο συγκεκριμένος δείκτης εστιάζει στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στο χρονοδιάγραμμα των ωρών («άτυπες» ώρες εργασίας), στην ευελιξία και την προβλεψιμότητα των ωρών και στον έλεγχο που έχουν οι εργαζόμενοι επί του χρόνου εργασίας τους.
Ο μέσος όρος της ποιότητας χρόνου εργασίας στην ΕΕ είναι 75 στα 100. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου με δείκτη 70. Οι μόνες χώρες που έχουν χειρότερη ποιότητα χρόνου εργασίας από την Ελλάδα, βρίσκονται εκτός ΕΕ: Βόρεια Μακεδονία (69), Βοσνία-Ερζεγοβίνη (64), Κόσοβο (65), Αλβανία (64), Μαυροβούνιο (63).
Δανία, Γερμανία και Ολλανδία αναφέρουν το υψηλότερο επίπεδο ποιότητας ωραρίου, με 78 στα 100.
Η έρευνα του Εurofound επιβεβαιώνει ότι οι Έλληνες έχουν από τα πιο επιβαρυμένα ωράρια στην Ευρώπη. Μόνο το 39% των εργαζομένων στην Ελλάδα δουλεύουν 35-40 ώρες και πέντε ημέρες την εβδομάδα, έναντι 51% στην ΕΕ. Αντίθετα, το 38% εργάζονται έξι ή επτά ημέρες την εβδομάδα, το υψηλότερο ποσοστό, μπροστά από την Ιταλία (34%) και την Κροατία (29%). Επίσης η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων που δουλεύει από 48 και πλέον ώρες την εβδομάδα, στο 33%, έναντι 11% του μέσου όρου της ΕΕ.
Το υψηλό ποσοστό υπερεργασίας συνδέεται και με τα πολύ υψηλά μερίδια αυτοαπασχολούμενων (πάνω από 20% στην Ελλάδα, έναντι 12,9% στην ΕΕ).
Προοπτικές
Ο δείκτης αυτός αφορά την ανάγκη των εργαζομένων για ασφάλεια και έλεγχο του μέλλοντος. Αποτελείται από υποδείκτες που καλύπτουν τις προοπτικές σταδιοδρομίας, την εργασιακή ασφάλεια και το καθεστώς απασχόλησης των εργαζομένων. H Eλλάδα βρίσκεται ελάχιστα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 74 έναντι 75. Ωστόσο, βρίσκεται σε χειρότερη θέση από ό,τι η γειτονική μας Βουλγαρία, η Κροατία και η Σλοβενία. Τις καλύτερες εργασιακές προοπτικές στην ΕΕ αναφέρουν οι εργαζόμενοι στη Μάλτα, τη Δανία, τη Νορβηγία και την Ολλανδία.
Δεξιότητες και αυτονομία
Ο δείκτης αυτός αφορά την ανάγκη των εργαζομένων να χρησιμοποιούν και να αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους στην εργασία και να εξελίσσονται μέσω της εργασιακής εμπειρίας. Λαμβάνει υπόψη τις γνωστικές διαστάσεις της εργασίας και τις ευκαιρίες ανάπτυξης, το περιθώριο λήψης αποφάσεων, τη συμμετοχή στην οργάνωση και την κατάρτιση. Με 50 μονάδες σε μια κλίμακα από 0 ως 100, η Ελλάδα έχει την τρίτη χαμηλότερη θέση στην ΕΕ στον δείκτη δεξιοτήτων και αυτονομίας, μαζί με την Ιταλία. Οι μόνες χώρες που βρίσκονται σε χειρότερη θέση από εμάς είναι η Ουγγαρία και Ρουμανία, με 47 και 45 αντίστοιχα. Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 57, ενώ Λουξεμβούργο, Νορβηγία και Ελβετία αναφέρουν τους υψηλότερους δείκτες (69-68).

Ένταση εργασίας
Η ποιότητα έντασης εργασίας αναφέρεται στον ρυθμό με τον οποίο εκτελείται η εργασία κατά τη διάρκεια του ωραρίου και το βαθμό της προσπάθειας (διανοητικής, σωματικής, ψυχικής) που καταβάλλει ο εργαζόμενος –– για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Όταν η ένταση εργασίας είναι πολύ υψηλή για μεγάλο διάστημα, o εργαζόμενος εξαντλείται, με αρνητικές συνέπειες για την υγεία, την ευημερία, την ποιότητα της εργασίας.
Η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη, μαζί με την Κύπρο τη Μάλτα και τη Ρουμανία. Το 48% των εργαζομένων στη χώρα μας αναφέρουν ότι εργάζονται με υψηλό ρυθμό για τα 3/4 του χρόνου ή περισσότερο — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ (μαζί με Κύπρο 55%, Μάλτα 50%, Ρουμανία 48%).
Κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον
Ο δείκτης κοινωνικού περιβάλλοντος εξετάζει την ανάγκη των εργαζομένων για υποστηρικτικές σχέσεις στην εργασία με συναδέλφους και διευθυντές και την απουσία αρνητικών κοινωνικών συμπεριφορών, και περιλαμβάνει την ποιότητα της διοίκησης. Ο δείκτης για το φυσικό περιβάλλον αποτυπώνει την έκθεση σε φυσικούς κινδύνους και σε φυσικές-σωματικές απαιτήσεις.
Η Ελλάδα παρουσιάζει δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μία ο δείκτης κοινωνικού περιβάλλοντος βρίσκεται οριακά πιο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 80 έναντι 79. Αντιθέτως, βρισκόμαστε σε μια από τις χειρότερες θέσεις στην ΕΕ στο δείκτη φυσικού περιβάλλοντος, με 76 έναντι 81 του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η πλήρης έρευνα του Eurofound ΕΔΩ


