Πανάκριβό μου ντίζελ – Οι Ευρωπαίοι οδηγοί το πληρώνουν κατά 40% πιο πάνω από ό,τι στην αρχή του έτους

Οι τιμές του ντίζελ έχουν εκτοξευθεί. Οι κύριες αιτίες είναι γνωστές. Οι διαταραχές της αγοράς των καυσίμων ως συνέπεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου. Αυτό έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα στοιχεία των Financial Times, οι οδηγοί στην Ευρώπη να δαπανούν 40% περισσότερα χρήματα κάθε φορά που γεμίζουν το ρεζερβουάρ τους, σε σύγκριση με τις αρχές του έτους.

Αυτό σημαίνει ότι δαπανούν επιπλέον 30 ευρώ για ντίζελ για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων κάθε φορά που ανεφοδιάζονται. Και αυτό, πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν απαγόρευση εξαγωγών…

Η Ευρώπη υφίσταται τις σοβαρότερες επιπτώσεις από τις υψηλές τιμές του ντίζελ σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη μεγάλη οικονομία.

Σύμφωνα με την ανάλυση στοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από την ευρωπαϊκή ΜΚΟ «Transport & Environment» (T&E), ενώ οι τιμές του ντίζελ αυξήθηκαν 40%, οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 28% το 2026. Και σε απόλυτους αριθμούς, συνολικά στην Ευρώπη, το ημερήσιο κόστος του ντίζελ για τους οδηγούς έχει φτάσει τα 203 εκατομμύρια ευρώ.

Η εκτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνει τυχόν μειώσεις φόρων στα καύσιμα, οι οποίες τελικά θα πρέπει να αντισταθμιστούν μέσω άλλων φορολογικών μέτρων ή αυξημένου δανεισμού, επισήμανε η T&E.

Η Ευρώπη είναι ευάλωτη στις τιμές του ντίζελ

Το ντίζελ αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% της κατανάλωσης πετρελαιοειδών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από κάθε άλλη περιοχή και διπλάσιο σε σχέση με τις ΗΠΑ. Και γι’ αυτό η Ευρώπη καθίσταται πιο ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών.

Μιλώντας στους Financial Times, η Τζούλιετ Ίγκαλ, της T&E, εξήγησε ότι, «καθώς οι οδικές μεταφορές μας βασίζονται σε κινητήρες εσωτερικής καύσης, εξαρτιόμαστε από ένα εξαιρετικά ασταθές εμπόρευμα, πάνω στο οποίο δεν έχουμε κανέναν έλεγχο. Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να μας καταστήσει πιο ανθεκτικούς σε περιόδους κρίσης».

Η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο τον διπλασιασμό του ρυθμού ηλεκτροκίνησης έως το 2040, ώστε να καλύπτει το 46% της ζήτησης. Η περαιτέρω ηλεκτροκίνηση θα μπορούσε να μειώσει το παγκόσμιο κόστος εισαγωγής ενέργειας κατά περισσότερα από 400 δισ. δολάρια, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.

Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έχουν κοστίσει επιπλέον 90 δισ. ευρώ από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Και αυτό, «χωρίς να έχει προστεθεί ούτε ένα μόριο ενέργειας».

Αντίσταση από τις κυβερνήσεις

Παρ’ όλα αυτά, οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη ζητούν μέτρα για να μειωθεί η τιμή των καυσίμων στην αντλία. Όπως η γαλλική.

Ο Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε τις Βρυξέλλες να χαλαρώσουν «προσωρινά και κατ’ εξαίρεση» τις προδιαγραφές ποιότητας των καυσίμων, με επιστολή που απέστειλε στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η Γαλλία διαθέτει σχεδόν το ένα πέμπτο του συνόλου των αυτοκινήτων ντίζελ στην Ευρώπη, σύμφωνα με στοιχεία της ευρωπαϊκής ένωσης κατασκευαστών αυτοκινήτων ACEA.

Ο Μακρόν δήλωσε ότι αυτό θα αύξανε την παραγωγή των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων κατά 5 έως 20%, βάσει διαβουλεύσεων με γαλλικά διυλιστήρια. Επισήμανε επίσης ότι η ΕΕ είχε χαλαρώσει παλαιότερα τους περιορισμούς κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19.

Κάλεσε επίσης την ΕΕ να άρει τους περιορισμούς στη χρήση βιοντίζελ, επιτρέποντας στους διανομείς να χρησιμοποιούν το μείγμα B10 –το οποίο περιέχει 10% βιοντίζελ– αντί για το καθιερωμένο B7.

Αναζητώντας άλλα καύσιμα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε να σχολιάσει τα αιτήματα του Μακρόν. Η εκπρόσωπος Άνα-Κάισα Ιτκόνεν δήλωσε: «Το βασικό ζήτημα είναι ότι, όσο εξαρτόμαστε από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, οι τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν αστάθεια… Είμαστε έτοιμοι να εξετάσουμε και άλλα μέτρα».

Η ευπάθεια της Ευρώπης στις τιμές του ντίζελ αποτελεί κληρονομιά πολιτικών που ενθάρρυναν τη χρήση του συγκεκριμένου καυσίμου κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Τότε, η μεγαλύτερη αποδοτικότητα του ντίζελ οδηγούσε σε λιγότερες εκπομπές άνθρακα και χαμηλότερο κόστος για τους οδηγούς σε σύγκριση με τη βενζίνη.

Βεβαίως στη συνέχεια έσκασε το λεγόμενο σκάνδαλο «Dieselgate», με τους πειραγμένους καταλύτες. Οι πραγματικές εκπομπές οξειδίων του αζώτου από τα οχήματα ντίζελ ήταν πολύ υψηλότερες από εκείνες που καταγράφονταν κατά τις δοκιμές. Και έτσι η τάση αγοράς οχημάτων που κινούνται με ντίζελ εγκαταλείφθηκε σταδιακά.

Σύμφωνα με την Τ&Ε, εξακολουθούν να είναι πολλά τα αυτοκίνητα ντίζελ που κυκλοφορούν στους δρόμους της Ευρώπης: τέσσερα στα δέκα.

Για να μειωθεί η ζήτηση για αυτό το καύσιμο, η Τ&Ε υποδεικνύει μια σειρά από βραχυπρόθεσμα μέτρα. Ένα από αυτά είναι η μείωση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους κατά 10 χλμ./ώρα. Επίσης, η ενθάρρυνση της τηλεργασίας όπου είναι εφικτό.

Παράλληλα, καλεί τις Βρυξέλλες να παραμείνουν προσηλωμένες στον στόχο της σταδιακής κατάργησης των κινητήρων εσωτερικής καύσης, παρά τις πιέσεις που ασκεί η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA