Μια αύξηση ενοικίου είναι νόμιμη μόνο όταν προβλέπεται στην υπογεγραμμένη σύμβαση, σύμφωνα με την Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας (ΕΕΚΕ).
Ειδικότερα, αν υπάρχει γραπτός όρος στη σύμβαση που προβλέπει π.χ. ετήσια αύξηση 3%, τότε ο ιδιοκτήτης μπορεί να την εφαρμόσει.
Αν δεν υπάρχει κανένας όρος για αναπροσαρμογή, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί μονομερώς να αυξήσει το ενοίκιο στη διάρκεια της μίσθωσης.


Πότε μπορεί να γίνει αύξηση στα ενοίκια
Αύξηση κατά τη διάρκεια της σύμβασης μπορεί να γίνει μόνο αν προβλέπεται όρος αναπροσαρμογής. Μετά τη λήξη της μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει νέα τιμή για να ανανεώσει τη σύμβαση.
Αν η μίσθωση συνεχίζεται “σιωπηρά” (χωρίς νέα σύμβαση), τότε μπορεί να προτείνει νέα τιμή, όχι όμως να την επιβάλει χωρίς τη συγκατάθεση του ενοικιαστή. Μπορεί όμως να καταγγείλει τη μίσθωση.
Κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, υπάρχει δυνατότητα άρνησης της αύξησης.
Τι γίνεται σε περίπτωση διαφωνίας
Σε περίπτωση διαφωνίας με την προτεινόμενη αύξηση, ο ενοικιαστής μπορεί να αρνηθεί και να συνεχίσει να πληρώνει το παλιό ποσό, εφόσον δεν έχει λήξει η σύμβαση και δεν υπάρχει σχετικός όρος.
Μπορεί όμως ο ιδιοκτήτης να μην ανανεώσει τη σύμβαση στο τέλος της περιόδου ή να καλέσει το ενοικιαστή να αποχωρήσει με βάση το νόμο.
Ο ΕΕΚΕ σημειώνει ότι μια αύξηση δεν είναι αυτόματα παράνομη, αλλά πρέπει να είναι συμφωνημένη. Αν η αύξηση γίνει δεκτή σιωπηρά, π.χ. μέσω της πληρωμής της για μήνες χωρίς αντίδραση, θεωρείται ότι ο ενοικιαστής συμφωνεί.
Επίσης, ο ΕΕΚΕ συνιστά την αποφυγή προφορικής συμφωνίας για κάτι που αλλάζει τους οικονομικούς όρους.
Πηγή: ΟΤ
