Πριν πέσουν οι πρώτοι πυροβολισμοί, πέφτουν οι μετοχές: Πώς οι εξοπλισμοί χωρών φέρνουν οικονομικές αναταράξεις

Οι πόλεμοι δεν ξεσπούν συνήθως απροειδοποίητα. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, οι ιστορικές αντιπαραθέσεις και οι σχέσεις μεταξύ γειτονικών κρατών μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον αυξημένης έντασης, μέσα στο οποίο μια στρατιωτική σύγκρουση γίνεται πιθανότερη.

Στο σύγχρονο γεωπολιτικό τοπίο, ένας από τους δείκτες που αξίζει να παρακολουθούνται είναι οι διεθνείς συναλλαγές όπλων.

Η αύξηση των εισαγωγών οπλικών συστημάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια χώρα προετοιμάζεται να επιτεθεί ή ότι επίκειται πόλεμος. Ωστόσο, μπορεί να αποτυπώνει την επιδείνωση των σχέσεών της με άλλα κράτη, την ενίσχυση της στρατιωτικής αποτροπής ή την προσπάθεια αντιμετώπισης μιας αντιληπτής απειλής. Παράλληλα, η συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος μπορεί να τροφοδοτήσει έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών, αυξάνοντας την καχυποψία και τις εντάσεις μεταξύ αντιπάλων.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο πεδίο της ασφάλειας.

Σύμφωνα με μελέτη των ερευνητών Tomasz Piotr Wisniewski, Ayman Omar και Cristiana Bernardi, οι αγορές όπλων συνδέονται επίσης με σημαντικές μεταβολές στις χρηματιστηριακές αγορές.

Τι δείχνουν τα δεδομένα για τα χρηματιστήρια

Η έρευνα, όπως παρουσιάζεται σε ένα άρθρο στο The Conversation, εξετάζει τη σχέση μεταξύ των εισαγωγών όπλων και της πορείας των χρηματιστηριακών αγορών σε περισσότερες από 72 χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα και η Ινδία.

Η περίοδος που καλύπτεται εκτείνεται από το 1970 έως το 2023, επιτρέποντας την εξέταση διαφορετικών γεωπολιτικών και οικονομικών περιόδων.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αύξηση των εισαγωγών όπλων συνδέεται με στατιστικά και οικονομικά σημαντικές μειώσεις στις χρηματιστηριακές αποδόσεις των χωρών που προμηθεύονται τον εξοπλισμό. Η σχέση αυτή παραμένει σημαντική ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τις αγορές, όπως οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι προμήθειες όπλων αναδεικνύονται σε σημαντικό δείκτη για τις κινήσεις των χρηματιστηρίων, σε ορισμένες περιπτώσεις ισχυρότερο από την ίδια την έναρξη μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.

Μια πιθανή εξήγηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι επενδυτές αντιδρούν όχι μόνο στα γεγονότα, αλλά και στις προσδοκίες τους για όσα πρόκειται να συμβούν. Όταν ξεσπά ένας πόλεμος, οι κίνδυνοι ενδέχεται να έχουν ήδη αποτυπωθεί στις τιμές των μετοχών, καθώς οι αγορές έχουν προεξοφλήσει ένα μέρος των πιθανών επιπτώσεων.

Αντίθετα, η ενίσχυση των στρατιωτικών εξοπλισμών μπορεί να λειτουργήσει ως προειδοποιητικό σήμα, ιδίως όταν συνοδεύεται από επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων ή από αυξανόμενες περιφερειακές εντάσεις.

Γιατί οι επιπτώσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα

Η αρνητική σχέση μεταξύ των εισαγωγών όπλων και των χρηματιστηριακών αποδόσεων δεν εμφανίζεται με την ίδια ένταση σε όλες τις χώρες. Τα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος, η θεσμική λειτουργία και οι διεθνείς συμμαχίες φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

Στις αυταρχικές χώρες, η επίδραση στις χρηματιστηριακές αγορές είναι μικρότερη. Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι οι επενδυτές θεωρούν την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων αναμενόμενη επιλογή των καθεστώτων αυτών, τα οποία συχνά επιδιώκουν να διατηρήσουν την εξουσία τους και να περιορίσουν τον κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης ή πραξικοπήματος.

Αντίθετα, η αρνητική επίδραση εμφανίζεται ισχυρότερη σε χώρες με ισχυρό κράτος δικαίου, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι κρατικές προμήθειες όπλων υπόκεινται συνήθως σε μεγαλύτερη θεσμική εποπτεία και διαφάνεια.

Επομένως, οι αυξημένες αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού μπορεί να εκλαμβάνονται ως πιο αξιοσημείωτη μεταβολή της πολιτικής ή του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Ισχυρότερη είναι επίσης η σχέση στις χώρες που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Η συμμετοχή σε μια αμυντική συμμαχία μπορεί να περιορίζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις ανησυχίες των επενδυτών σχετικά με τις στρατιωτικές δαπάνες, καθώς η ασφάλεια ενός κράτους εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συλλογικής άμυνας.

Οι διαφορές αυτές, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα έχει την ίδια σημασία ή ότι οι αγορές αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις γεωπολιτικές συνθήκες.

Από τον πόλεμο των Φώκλαντ στην Ουκρανία

Η έρευνα περιλαμβάνει περιόδους και συγκρούσεις που διαμόρφωσαν το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας τις τελευταίες δεκαετίες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο πόλεμος των Φώκλαντ το 1982, οι συγκρούσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν τη δεκαετία του 1990, η εισβολή στο Ιράκ και ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Η εξέταση διαφορετικών περιπτώσεων επιτρέπει τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ εξοπλισμών, γεωπολιτικών κινδύνων και χρηματοπιστωτικών αγορών σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα. Για την παρακολούθηση των διεθνών συναλλαγών όπλων υπάρχουν, άλλωστε, διαθέσιμες δημόσιες πηγές, όπως το Μητρώο Συμβατικών Όπλων του ΟΗΕ και η βάση δεδομένων του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI).

Τα δεδομένα αυτά μπορούν να βοηθήσουν αναλυτές και επενδυτές να εντοπίζουν μεταβολές στις στρατιωτικές προτεραιότητες των κρατών.

Δεν αποτελούν, ωστόσο, από μόνα τους αξιόπιστο μηχανισμό πρόβλεψης της ημερομηνίας ή της έκβασης ενός πολέμου. Οι εξοπλισμοί μπορεί να εξυπηρετούν αμυντικούς σκοπούς, να σχετίζονται με μακροχρόνια προγράμματα εκσυγχρονισμού ή να αποτελούν μέρος διεθνών δεσμεύσεων.

Το οικονομικό κόστος ξεπερνά την αγορά των όπλων

Οι επιπτώσεις της στρατιωτικής σύγκρουσης στην οικονομία είναι πολύ ευρύτερες από το κόστος προμήθειας αρμάτων μάχης, αεροσκαφών και πυραυλικών συστημάτων. Όταν ο πόλεμος ξεσπάσει, οι οικονομίες μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψουν.

Μελέτη για τις μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες των συγκρούσεων εκτιμά ότι, δέκα χρόνια μετά την έναρξή τους, το ΑΕΠ των χωρών που εμπλέκονται σε πολέμους είναι κατά μέσο όρο 28% χαμηλότερο από το επίπεδο στο οποίο θα βρισκόταν χωρίς τη σύγκρουση.

Πρόκειται για εκτίμηση της απόκλισης από ένα υποθετικό οικονομικό σενάριο και όχι κατ’ ανάγκη για απόλυτη μείωση του ΑΕΠ κατά 28%.

Παράλληλα, οι εμπορικές σχέσεις διαταράσσονται, οι αλυσίδες εφοδιασμού αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και οι ξένες επενδύσεις περιορίζονται εξαιτίας της αβεβαιότητας. Οι συνέπειες μπορεί να επεκταθούν πολύ πέρα από τα σύνορα των εμπόλεμων κρατών.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 ανέδειξε, μεταξύ άλλων, πόσο γρήγορα ένας πόλεμος μπορεί να επηρεάσει τις ενεργειακές αγορές και να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις σε πολλές οικονομίες.

Αντίστοιχα, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή υπογραμμίζουν τη σημασία των ενεργειακών διαδρομών και των διεθνών εμπορικών δικτύων για την παγκόσμια οικονομία.

Οι εξοπλισμοί ως δείκτης κινδύνου

Η σύνδεση των αγορών όπλων με τις χρηματιστηριακές αποδόσεις αναδεικνύει την ανάγκη να εξετάζονται οι στρατιωτικές εξελίξεις και ως οικονομικό ζήτημα.

Οι αποφάσεις για εξοπλισμούς μπορεί να επηρεάζουν τις προσδοκίες των επενδυτών, το κόστος χρηματοδότησης και την αποτίμηση των επιχειρήσεων, με συνέπειες ακόμη και για πολίτες που δεν επενδύουν απευθείας σε μετοχές.

Τα συνταξιοδοτικά και τα αμοιβαία κεφάλαια, για παράδειγμα, διαθέτουν συχνά επενδύσεις στις χρηματιστηριακές αγορές. Έτσι, μια παρατεταμένη περίοδος γεωπολιτικής αβεβαιότητας μπορεί να επηρεάσει έμμεσα τις αποταμιεύσεις και τον οικονομικό προγραμματισμό των νοικοκυριών.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι εξοπλισμοί αποτελούν έναν δείκτη που αξίζει να παρακολουθείται μαζί με τις διπλωματικές εξελίξεις, τις οικονομικές συνθήκες και τις διεθνείς σχέσεις.

Δεν προαναγγέλλουν αναπόφευκτα έναν πόλεμο, μπορούν όμως να προσφέρουν χρήσιμες ενδείξεις για τους κινδύνους που διαμορφώνονται.

Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων, η έγκαιρη αναγνώριση αυτών των ενδείξεων μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση όχι μόνο των πιθανών συγκρούσεων, αλλά και του οικονομικού κόστους που ενδέχεται να ακολουθήσει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA