Σούπερ μάρκετ: «Φωτιά» στο καλάθι του νοικοκυριού βάζουν τα τρόφιμα – Η ελληνική πραγματικότητα και… ο δείκτης «προσιτότητας»

Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον, η καθημερινή επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ εξελίσσεται σε μια σύνθετη άσκηση ισορροπίας για κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Τα ελληνικά νοικοκυρίων αντιμετωπίζουν μια ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική πραγματικότητα λόγω του αυξημένου κόστους στα τρόφιμα, το οποίο περιορίζει σημαντικά τα μηνιαία εισοδήματα

Οι τιμές στα βασικά αγαθά διατροφής συνεχίζουν να πιέζουν ασφυκτικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό, διαμορφώνοντας μια νέα οικονομική πραγματικότητα, όπου το γέμισμα του καλαθιού απαιτεί όλο και μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος.

Αν και το φαινόμενο της ακρίβειας στα τρόφιμα έχει ευρωπαϊκές διαστάσεις, η περίπτωση της Ελλάδας παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Η σύγκριση των ονομαστικών τιμών με την πραγματική αγοραστική δύναμη αναδεικνύει το μεγάλο «αγκάθι»: το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει ένα προϊόν στο ράφι, αλλά πόσο «προσιτό» είναι τελικά για τον μέσο καταναλωτή.

Το ευρωπαϊκό μωσαϊκό των τιμών στα σούπερ μάρκετ

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν κατά μέσο όρο το 13,6% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η εικόνα αυτή διαφέρει δραματικά από κράτος σε κράτος.

Τεράστιες διακυμάνσεις παρουσιάζει ο δείκτης τιμών τροφίμων (Numbeo-Euronews). Στην Ελβετία, για παράδειγμα, το κόστος των τροφίμων βρίσκεται 89% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, καθιστώντας την την ακριβότερη χώρα της ηπείρου. Στον αντίποδα, σε χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Μολδαβία, ο δείκτης υποχωρεί στο 57,2 (42,8% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο).

Σε απόλυτους αριθμούς, αν υπολογιστεί ένα βασικό «καλάθι» 18 βασικών προϊόντων διατροφής (όπως γάλα, ψωμί, ρύζι, κρέας, φρούτα, λαχανικά και αυγά), ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται γύρω στα 69,84 €. Το ίδιο ακριβώς καλάθι ξεπερνά τα 137 € στην Ελβετία, ενώ σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων (όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία) κυμαίνεται κάτω από τα 50 €.

Ο δείκτης για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 83,6 (με τον μέσο όρο της ΕΕ να έχει οριστεί στο 100), γεγονός που σημαίνει ότι οι τιμές των τροφίμων βρίσκονται κατά 16,4% κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το καλάθι τροφίμων (που περιλαμβάνει 18 είδη όπως γάλα, ψωμί, ρύζι, κρέας, φρούτα, λαχανικά κ.ά.) κοστίζει 65,70 € στην Ελλάδα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ανέρχεται σε 69,84 €.

H Ελλάδα κινείται σε παρόμοια επίπεδα τιμών με χώρες όπως η Τσεχία (83,6) και η Σλοβακία (80,5), ενώ παραμένει φθηνότερη από χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία (καλάθι στα 87,40 €), η Ιταλία (80,00 €) και η Γερμανία (75,20 €).

Ο γρίφος της «προσιτότητας»: Γιατί οι χαμηλότερες τιμές δεν αρκούν

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι χαμηλότερες ονομαστικές τιμές συνεπάγονται αυτόματα και ευκολότερη διαβίωση. Η απάντηση των οικονομικών αναλυτών είναι κατηγορηματικά αρνητική.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί, οι ονομαστικές τιμές λένε μόνο τη μισή αλήθεια. Ο πραγματικός δείκτης που καθορίζει την ευημερία ενός νοικοκυριού είναι η προσιτότητα (affordability), δηλαδή η σχέση μεταξύ του κόστους των αγαθών και του διαθέσιμου εισοδήματος μετά την αφαίρεση φόρων και πάγιων υποχρεώσεων.

Για παράδειγμα, στη Ρουμανία, παρότι το βασικό καλάθι τροφίμων κοστίζει περίπου 45,90 € (αισθητά φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), τα νοικοκυριά αναγκάζονται να δαπανούν πάνω από το 23% του συνολικού τους προϋπολογισμού μόνο για διατροφή. Παρόμοια είναι η εικόνα και στη Βουλγαρία, όπου το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 20%.

Αντίθετα, σε χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, όπου οι τιμές στο ράφι είναι σημαντικά υψηλότερες, το ποσοστό του μισθού που κατευθύνεται στα σούπερ μάρκετ είναι πολύ μικρότερο, καθώς οι υψηλοί μισθοί υπερκαλύπτουν το αυξημένο κόστος.

Η ελληνική πραγματικότητα: Πιέσεις από παντού

Στην Ελλάδα, το καλάθι των σούπερ μάρκετ διαμορφώνεται σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, την ώρα που οι μισθοί και η αγοραστική δύναμη παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα από τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Αυτό δημιουργεί μια διπλή μέγγενη για τους Έλληνες καταναλωτές:

  • Υψηλό κόστος παραγωγής και μεταφοράς: Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι τιμές των καυσίμων (ντίζελ) επιβαρύνουν κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας — από το τρακτέρ στο χωράφι μέχρι το φορτηγό τροφοδοσίας του σούπερ μάρκετ.
  • Ενσωμάτωση επιπλέον κόστους: Η τελική τιμή στο ράφι δεν αντικατοπτρίζει μόνο την αξία της πρώτης ύλης, αλλά περιλαμβάνει τους εγχώριους συντελεστές ΦΠΑ, τα ενοίκια των καταστημάτων, το αυξημένο εργασιακό κόστος και τα περιθώρια κέρδους των μεσαζόντων.

Παράλληλα, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι, ακόμη κι όταν ο πληθωρισμός σημειώνει επιβράδυνση, αυτό δεν σημαίνει πτώση των τιμών. Σημαίνει απλώς ότι οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό, χτίζοντας πάνω στις ήδη επιβαρυμένες τιμές των προηγούμενων ετών.

Πού οφείλονται οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των προϊόντων;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ευρωπαϊκής αγοράς είναι η τεράστια διακύμανση τιμών μεταξύ συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων.

Το ψωμί: Μια φρατζόλα φρέσκου λευκού ψωμιού (500 γρ.) κοστίζει πάνω από 3,18 € στη Δανία, ενώ στη Βουλγαρία η τιμή της κυμαίνεται γύρω στο 1,02 € — δηλαδή πάνω από τρεις φορές φθηνότερα. Η χαμηλή επεξεργασία και τα τοπικά εργατικά/ενεργειακά στοιχεία επηρεάζουν άμεσα την τιμή του φρέσκου ψωμιού.
Τυποποιημένα προϊόντα: Αντίθετα, σε πιο τυποποιημένα αγαθά, όπως τα αυγά, οι αποκλίσεις είναι ηπιότερες (π.χ. 4,52 € η δωδεκάδα στη Δανία έναντι 2,69 € στην Εσθονία).

Η ανάγκη για ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης

Η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν είναι ένα απλό νομισματικό φαινόμενο, αλλά ένας δείκτης κοινωνικής συνοχής. Για την ελληνική οικογένεια, η αντιμετώπιση του κύματος των ανατιμήσεων δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε πρόσκαιρα μέτρα συγκράτησης των τιμών.

Όσο ο δείκτης «προσιτότητας» παραμένει πιεσμένος και οι μισθοί υστερούν σε σχέση με το πραγματικό κόστος διαβίωσης, το καλάθι του νοικοκυριού θα συνεχίσει να βάζει «φωτιά» στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη απαιτεί όχι μόνο έλεγχο των αθέμιτων ανατιμήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, αλλά κυρίως ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA