Από τα 23,7 στα 16,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα είναι η απόσταση που καλείται να διανύσει η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εντός της επόμενης τριετίας, σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ). Η αφετηρία είναι η μέση τιμή λιανικής των 237,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα (ή 0,2378 ευρώ ανά κιλοβατώρα) κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, με βάση τα στοιχεία της Eurostat. Ο στόχος που θέτει η κυβέρνηση είναι τα 166,6 ευρώ/MWh, δηλαδή περίπου στα 0,166 ευρώ/kWh. Η διαφορά είναι 71,2 ευρώ/MWh λιγότερα έως το 2029, δηλαδή τιμή μειωμένη κατά 30% .
Η αριθμητική είναι απλή. Η διαδρομή έως εκεί, όμως, όχι και τόσο. Η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ (ο υπουργός και ο υφυπουργός Ενέργειας κ.κ. Σταύρος Παπασταύρου και Νίκος Τσάφος), παρουσίασε χθες ένα μωσαϊκό παρεμβάσεων, από την αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα και των μπαταριών αποθήκευσης ενέργειας έως τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών, την αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών και των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την εξοικονόμηση και την αυτοκατανάλωση.
Αναγνώρισε ωστόσο ότι υπάρχουν κομμάτια του λογαριασμού που δεν μπορεί να τα ελέγξει. «Παρεμβαίνουμε εκεί όπου υπάρχει περιθώριο», ήταν η βασική φιλοσοφία που περιέγραψε η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, εξηγώντας ότι στόχος είναι τα μέτρα να οδηγήσουν, αθροιστικά, σε μείωση του κόστους κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας.
Στον λογαριασμό του καταναλωτή, όπως εξήγησε ο κ. Παπασταύρου, δεν βρίσκεται μόνο η χονδρεμπορική τιμή, η οποία εμπεριέχει το κόστος του ενεργειακού μείγματος και των διεθνών εξελίξεων, αλλά υπάρχουν επίσης τα κόστη για την ευστάθεια του συστήματος και τις απαραίτητες εφεδρείες, οι χρεώσεις συστήματος και δικτύου, οι απώλειες του δικτύου, οι ρευματοκλοπές, διάφορες χρεώσεις όπως οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφελείας (ΥΚΩ) ή το ΕΤΜΕΑΡ για τις ΑΠΕ, το κόστος προμήθειας και οι φόροι.
«Επιχειρούμε ολιστικά, με μια συνολική προσέγγιση σε όλα τα σημεία στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε για τη μείωση του κόστους, με δράσεις εξοικονόμησης, με ευελιξία στην κατανάλωση και με παραγωγή ή αποθήκευση για ίδια χρήση», ανέφερε ο υπουργός. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να στηρίξει τον σχεδιασμό σε τρία χρηματοδοτικά εργαλεία -το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Απανθρακοποίησης και στον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για επενδύσεις που δημιουργεί η ρήτρα διαφυγής – τα οποία, όπως ανέφερε ο κ. Παπασταύρου, συγκεντρώνουν περίπου 5 δισ. ευρώ. Το ζητούμενο είναι εάν οι επιμέρους παρεμβάσεις θα αθροιστούν στο απαιτούμενο αποτέλεσμα.
ΑΠΕ: Η φθηνή παραγωγή ως πρώτο όπλο
Η πρώτη ενότητα του σχεδίου είναι οι ΑΠΕ. Ο κ. Παπασταύρου παρουσίασε στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με τα οποία όταν η διείσδυση των ΑΠΕ είναι πολύ υψηλή, η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς διαμορφώνεται περίπου στα 73 ευρώ/MWh, έναντι 101,41 ευρώ/MWh για το σύνολο της περιόδου. Η διαφορά φτάνει το 27%. «Με επιπλέον ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και καλύτερες διεθνείς συγκυρίες, η ετήσια μέση τιμή χονδρικής μπορεί να συγκλίνει προς το επίπεδο αυτό που ζητάμε ή να πάει και χαμηλότερα», ανέφερε ο υπουργός.
Μπαταρίες για τις ώρες που ο ήλιος δύει
Για να μεταφραστεί η διαφορά του 27% στη λιανική, χρειάζεται να μπουν στην εξίσωση και άλλα κομμάτια του παζλ. «Καθοριστική για τη μείωση της τιμής είναι η δυνατότητα να διευρύνουμε τη συμμετοχή των ΑΠΕ και να διευρύνουμε τη συμμετοχή της αποθήκευσης. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα και το ερώτημα είναι πώς θα επιταχύνουμε την ανάπτυξη της αποθήκευσης», είπε ο κ. Παπασταύρου επισημαίνοντας ότι με επιπλέον αποθήκευση θα μειωθούν σημαντικά οι απογευματινές αιχμές και η ανάγκη να καίμε ακριβό φυσικό αέριο.
Παράλληλα, οι μπαταρίες μπορούν να μειώσουν το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, καθώς οι αποθήκες θα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες για τις οποίες σήμερα βασιζόμαστε στις μονάδες φυσικού αερίου. Από τον Απρίλιο λειτουργούν περίπου 700 MW μπαταριών και στόχος είναι να φτάσουν το 1 GW έως το τέλος του 2026, το 1,5 GW στα μέσα του 2027, τα 3-4 GW έως το τέλος του 2028 και τα 5-7 GW το 2030.
Για την επιτάχυνση της αποθήκευσης σχεδιάζεται να διατεθούν 200 εκατ. ευρώ με χρήση της ρήτρας διαφυγής. Τα 50 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν (με πρόσκληση που αναμένεται να δημοσιευθεί άμεσα) στους δήμους, με επιδότηση 50% και άλλα 50 εκατ. ευρώ για αυτοκατανάλωση σε μη οικιακούς καταναλωτές, με επιδότηση 30%-40%. Επιπλέον 100 εκατ. ευρώ θα διατεθούν μέσω διαγωνισμών για μεγάλα έργα – 50 εκατ. για έργα αποθήκευσης συνδεδεμένα με ΑΠΕ και 50 εκατ. για αυτόνομες μπαταρίες.
Οι διασυνδέσεις μειώνουν τις ΥΚΩ, αλλά όχι όλες τις χρεώσεις
Στην τρίτη ενότητα παρεμβάσεων βρίσκεται ένα πολυετές επενδυτικό πρόγραμμα για τις διασυνδέσεις των νησιών ύψους περίπου 7 δισ. ευρώ. Το κόστος παραγωγής από θερμικές μονάδες στα μη διασυνδεδεμένα νησιά είναι περίπου τριπλάσιο από το μέσο κόστος στο διασυνδεδεμένο σύστημα, ενώ η παραγωγή αυτή κοστίζει περίπου 1,2 δισ. ευρώ ετησίως. Το επιπλέον κόστος μεταφέρεται στους καταναλωτές μέσω των ΥΚΩ.
Οι διασυνδέσεις Κρήτης και Κυκλάδων έχουν ήδη ολοκληρωθεί, ενώ εκείνες σε Δωδεκάνησα και Βόρειο Αιγαίο βρίσκονται σε φάση υλοποίησης. Από το Ταμείο Απανθρακοποίησης, 1,1 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν σε ηλεκτρικές διασυνδέσεις και ενεργειακές υποδομές στα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου.
Ωστόσο, η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι διασυνδέσεις μπορούν να μειώσουν το κόστος των τιμολογίων ρεύματος, αλλά οι ίδιες οι επενδύσεις στα δίκτυα δεν είναι χωρίς κόστος για τον καταναλωτή. Σε σχετική ερώτηση ο κ. Τσάφος ανέφερε ότι «αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές θα έχουν ένα αποτύπωμα στις χρεώσεις του συστήματος και στις χρεώσεις του δικτύου», τονίζοντας ωστόσο ότι «η κεφαλαιακή ενίσχυση που μπορούμε να παρέχουμε στα έργα αυτά έχει το δικό της αποτύπωμα, ώστε να μειώνεται το βάρος στον καταναλωτή». Και πρόσθεσε: «Αυτό είναι μία γραμμή στο κόστος που, όπως είδατε, δεν σας είπαμε ότι θα μειωθεί. Προφανώς δεν βλέπουμε ότι υπάρχουν εκεί περιθώρια για μείωση».
Όσο για την καθυστέρηση μείωσης των χρεώσεων ΥΚΩ στον βαθμό που θα ανέμενε κανείς μετά τις διασυνδέσεις της Κρήτης και των Κυκλάδων, ο κ. Τσάφος απέδωσε την καθυστέρηση στην αύξηση του κόστους παραγωγής των παλαιών μονάδων, αλλά και στο αυξημένο κόστος των δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα. Αναφέρθηκε επίσης στον ελλειμματικό λογαριασμός ΥΚΩ για τον οποίο προβλέπεται νέα κρατική χρηματοδότηση 200 εκατ. ευρώ το 2027, όπως είχε γίνει και το 2026.
Παράλληλα, ο υφυπουργός υπενθύμισε ότι είχε προηγηθεί μείωση κατά 50% των ΥΚΩ για τη βιομηχανία, με ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 25 εκατ. ευρώ, επισημαίνοντας ότι το 2027 θα έρθει η επόμενη παρέμβαση, η οποία αφορά όλους τους οικιακούς καταναλωτές.
Ρευματοκλοπές: 450 εκατ. ευρώ που δεν πρέπει να πληρώνουν οι συνεπείς
Στην τέταρτη ενότητα η κυβέρνηση επιχειρεί να χτυπήσει τις ρευματοκλοπές που αντιστοιχούν σε ένα κόστος περίπου 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο, με βάση τα στοιχεία της περιόδου 2022-2024. Επίσης, η επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών θα μειώσει τις απώλειες των δικτύων. Στόχος είναι μέχρι το τέλος του έτους τα δύο τρίτα της ενέργειας στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ να λειτουργούν με τηλεμέτρηση.
Στο ίδιο πακέτο εντάσσεται και η αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες ανέρχονται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, ένα κόστος που μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές. Το νέο σύστημα επισήμανσης προβλέπει ότι, μετά τη συμπλήρωση τριών επισημάνσεων και εφόσον δεν έχει υπάρξει τακτοποίηση, ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να αλλάξει προμηθευτή.
Το μέτρο είχε προετοιμαστεί από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία, αλλά χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια μέχρι τη θεσμοθέτησή του. Ο κ. Τσάφος απέδωσε την καθυστέρηση στα πρόσθετα αιτήματα της αγοράς και στην ανάγκη να αξιολογηθεί εάν μπορούσαν να γίνουν επιπλέον παρεμβάσεις.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά ενισχύεται, με τη σταδιακή μετατόπιση των καταναλωτών στα σταθερά τιμολόγια. Τα μπλε τιμολόγια έχουν πλέον μερίδιο 31,6% στους οικιακούς πελάτες.
2,1 δισ. ευρώ για να μειωθεί η κατανάλωση
Η πέμπτη παρέμβαση αφορά την κατανάλωση. Από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο προβλέπονται συνολικά 2,1 δισ. ευρώ για ευάλωτους καταναλωτές. Από αυτά, 1,7 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν σε ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και αλλαγή συστημάτων θέρμανσης και θερμοσίφωνων, ενώ προβλέπεται και αύξηση του επιδόματος θέρμανσης για περίπου 780.000 δικαιούχους ετησίως. Παράλληλα, από τη ρήτρα διαφυγής θα διατεθούν 200 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, με επιδότηση 50%, ενώ το 55% των κονδυλίων θα κατευθυνθεί σε ευάλωτα νοικοκυριά. Η εκτίμηση είναι ότι θα ωφεληθούν περίπου 100.000 δικαιούχοι (32.000 με αντλίες θερμότητας και 68.000 με ηλιακούς θερμοσίφωνες).
Η έκτη παρέμβαση αφορά την αυτοκατανάλωση ενέργειας. Η παραγωγή για ίδια χρήση ξεπερνά ήδη το 1,16 GW, σε σύνολο περίπου 18 GW εγκατεστημένων έργων ΑΠΕ στη χώρα, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά εμπορικούς και βιομηχανικούς καταναλωτές. Το νέο πλαίσιο net billing φιλοδοξεί να επιταχύνει τις νέες συνδέσεις.
Ο αστερίσκος των παραδοχών
Σε κάθε περίπτωση, το επιτελείο του ΥΠΕΝ δεν ανέλυσε τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο στόχος για μείωση του κόστους ρεύματος για τον καταναλωτή κατά 30%. Σε ερώτηση εάν στον υπολογισμό έχουν συνυπολογιστεί πιθανές νέες γεωπολιτικές αναταράξεις ο κ. Τσάφος ανέφερε ότι «δεν μπορούμε να ξέρουμε τι είδους γεωπολιτική αναταραχή μπορεί να έρθει». Στις αναλύσεις, όπως είπε, «υπάρχει πρόβλεψη για εξομάλυνση των σημερινών συνθηκών, για παράδειγμα στην περιοχή του Κόλπου, σε βάθος χρόνου». Αυτό δείχνουν και οι αγορές, σημείωσε. Και κατέληξε: «Αν διασυνδέσουμε τα νησιά, αν μειώσουμε τις ρευματοκλοπές, αν μειώσουμε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, τίποτα από αυτά δεν εξαρτάται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Είναι σε έναν βαθμό στο χέρι μας».
Στην περίπτωση πάντως που επαληθευτούν οι προβλέψεις διεθνών αναλυτών για έναν δύσκολο ενεργειακό χειμώνα, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ δεν απέκλεισε την επιστροφή στο προσκήνιο της γνωστής λύσης των επιδοτήσεων. Ο κ. Παπασταύρου δεν έκλεισε την πόρτα. «Έχει αποδείξει η κυβέρνηση ότι, όταν υπάρχει κάτι που δημιουργεί έκτακτες συνθήκες πέρα από τη συνηθισμένη πρακτική, αποτελεί πάντα αρωγό στον πολίτη», ανέφερε. Ωστόσο, τόνισε ότι «αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω μια πρόβλεψη», προσθέτοντας ότι «πάντα πρέπει να κινούμαστε μέσα στα δημοσιονομικά όρια».
Πηγή: OT
