Γιατί στην Ελλάδα η υποκειμενική φτώχεια, ως ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία, είναι υπετριπλάσια από τον πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας; Το ερώτημα επανέρχεται τακτικά στην επικαιρότητα, με αφορμή τη δημοσίευση των σχετικών στατιστικών και τις εκατέρωθεν πολιτικές παρεμβάσεις. Το μοτίβο είναι αναμενόμενο: κάθε φορά που δημοσιεύονται στοιχεία που εμφανίζουν την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη μισθών και εισοδημάτων και στις πρώτες θέσεις σε κόστη στέγασης, ενεργειακή φτώχεια, νοικοκυριά με εκκρεμείς οφειλές κ.λπ, η αντιπολίτευση θα τα αναδείξει, καυτηριάζοντας την κυβέρνηση για ανικανότητα, αναλγησία, ταξικές διακρίσεις εις βάρος του κόσμου της εργασίας κ.λπ. Από την απέναντι πλευρά, κυβερνητικά στελέχη θα ψέξουν για μιζέρια και ιδεοληψία όσους επικαλούνται τις στατιστικές, κατηγορώντας τους παράλληλα για κοπτοραπτική και διαστρέβλωση των πραγματικών στοιχείων. Το έργο το έχουμε δει πολλές φορές και όσο πλησιάζουμε στις βουλευτικές εκλογές θα το βλέπουμε συχνότερα και με πιο παθιασμένες ερμηνείες.
Αφήνοντας κατά μέρος τις σοσιαλ-μιντιακές κραυγές και τους εύκολους αφορισμούς, απευθυνθήκαμε σε επιστήμονες από διαφορετικά γνωστικά πεδία, ζητώντας να καταθέσουν τις δικές τους, κατά το δυνατόν τεκμηριωμένες απόψεις. Η πρώτη παρέμβαση έγινε από τον πρόεδρο του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, Νίκο Ρώμπαπα, ο οποίος κράτησε αποστάσεις από τα δύο άκρα («ούτε μίζεροι, ούτε εξαθλιωμένοι»), εξηγώντας με ορθολογικό τρόπο τι μετράει ο κάθε στατιστικός δείκτης.
Συνεχίζοντας τον διάλογο για την υποκειμενική φτώχεια, το in δημοσιεύει την παρέμβαση ενός νέου κοινωνικού επιστήμονα και συγγραφέα, του δρ. Μιχάλη Σκομβούλη.

πηγη: Eπεξεργασία στοιχείων της Εurostat από GreeceInFigures.com
Η ψαλίδα της φτώχειας δεν είναι ψυχολογικό παράδοξο — είναι η ταξική αλήθεια της Ελλάδας
του Μιχάλη Σκομβούλη *
Η «ψαλίδα των 40 μονάδων» ανάμεσα στην Υποκειμενική Φτώχεια (~67%-70%) και τον Σχετικό Κίνδυνο Φτώχειας (19,6%) επιδέχεται τρεις αναγνώσεις. Η κυβερνητική —εκφρασμένη με ιδιοσυγκρασιακό τρόπο από τον Άδωνι Γεωργιάδη, αλλά αποτελώντας ουσιαστικά θέση της ίδιας της κυβέρνησης— αποδίδει το χάσμα σε «εθνική μιζέρια» και ψυχολογική στρέβλωση. Η φιλελεύθερα ορθολογική, του Νίκου Ρώμπαπα, μιλά για πολιτισμικά χαρακτηριστικά των μεσογειακών χωρών· αναγνωρίζει τη δυσκολία, αλλά την περιορίζει σε σύγκριση με παλαιότερες (υπερβολικές;) προσδοκίες και την πρόοδο της υπόλοιπης Ευρώπης, προτείνοντας πάντα το ίδιο φάρμακο: αγορά, ανταγωνιστικότητα, λιγότερους φόρους. Η δική μας θέση είναι διαφορετική, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά που αποκαλύπτουν τα νούμερα: δεν βλέπει ψυχολογικό ή πολιτισμικό παράδοξο, αλλά την τυφλότητα του ίδιου του «αντικειμενικού» δείκτη απέναντι στην αντικειμενικότητα μιας ταξικά άνισης κοινωνίας. Ο δείκτης της Eurostat είναι σχετικός: μετρά απόσταση από τον διάμεσο, όχι απόλυτη στέρηση. Όπως επισημαίνει ο Ν. Ρωμπαπάς, «όταν μια κοινωνία φτωχαίνει ολόκληρη και ομοιόμορφα, η διάμεσος πέφτει, το όριο φτώχειας πέφτει μαζί της, και ο δείκτης μένει σχεδόν ακίνητος» — γι’ αυτό στην οικονομική κατάρρευση της κρίσης αυξήθηκε «μόλις κατά 8 μονάδες».


Πραγματικές, όχι ψυχολογικές, δυσκολίες: το 70%-75% της πλειοψηφίας
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν πόσο πλασματικό είναι το στατιστικό «παράδοξο» των αριθμών της Eurostat. Ο Gini μειώθηκε οριακά στο 31,6% (2025) —ουσιαστικά στάσιμος σε περίοδο (ασθενούς) ανάπτυξης—, με τη χώρα στην 4η θέση ανισότητας στην ΕΕ και S80/S20 στο 5,18 έναντι ευρωπαϊκού μέσου 4,66. Πιο σημαντικό: η σοβαρή υλική στέρηση ανέβηκε στο 14,9% (από 14,0%), με τα παιδιά στο 15,9%, ενώ ο δείκτης κινδύνου φτώχειας AROPE έφτασε το 27,5%. Η βελτίωση του μέσου όρου συνυπάρχει με πραγματική επιδείνωση στα κρίσιμα σημεία διαβίωσης — απόδειξη ότι η δυσκολία δεν είναι αίσθημα, αλλά καταγεγραμμένη υλική συνθήκη.
Το ποσοστό αυτό δεν είναι περιθωριακό· συγκροτεί μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, συνταξιούχους, νέους — τη συντριπτική πλειοψηφία της χώρας. Η απομόνωση του 19,6% ως των «μόνων πραγματικά φτωχών» κατασκευάζει τον μύθο μιας ευημερούσας υπόλοιπης κοινωνίας. Τον καταρρίπτουν τα στοιχεία ανισότητας πλούτου: Στην Ελλάδα το πλουσιότερο 1% συγκεντρώνει σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο της τελευταίας δεκαετίας. Ενώ ο «μέσος» πλούτος διογκώνεται από την κορυφή, αφήνει πίσω τη μεγάλη πλειοψηφία. Η ανάκαμψη ευνοεί συγκεκριμένα στρώματα, ενώ τα υπόλοιπα αντιμετωπίζουν παράλληλα δραματικές αυξήσεις τιμών στα βασικά αγαθά.
Το «δεν βγαίνει ο μήνας» δεν είναι θολή διάθεση, αλλά βιωματική καταγραφή ταξικής ανισότητας. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παραμένει σημαντικά κάτω από το 2009. Η συστηματική υποτίμηση των δημόσιων αγαθών —υγείας, παιδείας, κοινωνικής προστασίας— μεταφέρει το βάρος στις ιδιωτικές τσέπες. Στη στέγαση, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν 85% από το 2016, τα εισοδήματα μόλις 47%· τα ενοίκια σημείωσαν τη 2η μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ το 2025 (+10,1%), με το μέσο ενοίκιο στην Αθήνα να απορροφά το 70,2% του μισθού για ένα δωμάτιο και 93,6% για δύο — έναντι ευρωπαϊκού 45,6%. Σχεδόν δύο στα πέντε νοικοκυριά δαπανούν πάνω από 40% του εισοδήματός τους για στέγη, την ίδια στιγμή που οι πλειστηριασμοί έχουν πολλαπλασιαστεί μέσα σε μια πενταετία. Δεν είναι αφηρημένη δυσαρέσκεια· είναι υλική ασφυξία. Παράλληλα, τα εργατικά ατυχήματα εκτινάχθηκαν 70% σε τέσσερα χρόνια (από 11.957 το 2021 σε 20.498 το 2025) — ιστορικό ρεκόρ. Αντί για «γκρίνια», υπάρχει η καθημερινή αντιπαράθεση μισθού και κόστους διαβίωσης· η αντικειμενική αύξηση της ταξικής εκμετάλλευσης, εγγεγραμμένη στο σώμα και στο πορτοφόλι. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό κράτος προτεραιοποιεί πρόωρες αποπληρωμές χρέους έναντι άμεσων κοινωνικών αναγκών.
Στοιχειώδης κοινωνιολογική αίσθηση καθιστά κατανοητό τον ταξικό διχασμό —αναμενόμενο αποτέλεσμα των εντεινόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών μετά το 2009— ανάμεσα στο 20-25% των προνομιούχων και το 70-75% των μικρομεσαίων και προλεταριοποιημένων. Συσχετισμός που αποτυπώνεται καθαρά και εκλογικά -ίσως καθαρότερα από ποτέ στη μεταπολίτευση- παρά τα τεράστια προβλήματα κατακερματισμού και αξιοπιστίας της εκπροσώπησης των μη προνομιούχων.
Ιδεολογικές συνέπειες
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αναγνώστης του Μπουρντιέ —κάτι που δεν θα περίμενε κανείς από τρόπους σκέψης που χαρακτηρίζονται από άγνοια και υποτίμηση των κοινωνικών επιστημών— για να κατανοήσει ότι όταν ένα αίσθημα αφορά τεράστια πλειοψηφία, παύει να είναι υποκειμενικό ή ψυχολογικό φαινόμενο. Γίνεται ενσωματωμένη κοινωνική αντικειμενικότητα, που παράγεται και αναπαράγεται μέσα στην οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και επιδρά πάνω σε αυτήν.
Η γενικευμένη απαισιοδοξία δεν είναι «γκρίνια του Έλληνα». Η μαζικότητά της δηλώνει κλίμα χαμηλών προσδοκιών, περιορισμένης συλλογικής οργάνωσης, μειωμένης πίστης στη δυνατότητα βελτίωσης — κλίμα που παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα: δημογραφικό, αδυναμία πρόσβασης σε στέγη, καθήλωση ευημερίας.
Ούτε πρέπει να υποτιμάται η ιδεολογική διάσταση της απαισιοδοξίας. Η γενικευμένη επικράτηση μιας κυνικής, απαισιόδοξης και επικίνδυνα ατομικιστικής λογικής —χαρακτηριστικό της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, που τα τελευταία χρόνια έχει γιγαντωθεί ως «αυτονόητη»— συνιστά σοβαρό πρόσθετο κοινωνικό πρόβλημα. Το αίσθημα αλληλεγγύης, στήριξης και κοινωνικής συνοχής βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Λογικές όπως «τα λεφτά στα λεφτά», ότι επιτυχημένοι είναι όσοι διαθέτουν χρήματα και άρα «αξίζουν», ότι όταν έχεις πρόβλημα είναι «πρόβλημά σου», αποτελούν καθημερινότητα. Η αίσθηση εγκλωβισμού και αδυναμίας αλλαγής των πραγμάτων ενισχύουν περαιτέρω το ίδιο φαινόμενο.
Το πρόβλημα έχει διττή επίδραση. Από τη μία οδηγεί σημαντικό τμήμα της νεολαίας στον κυνισμό και στην θορυβώδη υποταγή στις καπιταλιστικές αξίες —κάτι που αποτυπώνεται στα πρότυπά της στη μαζική κουλτούρα, τραπ, social media κλπ. Από την άλλη οδηγεί τον γενικό πληθυσμό σε διάχυτη αίσθηση ματαιότητας, μνησικακίας και παραίτησης. Εφόσον η βασική ευημερία (στέγαση, ασφάλεια, εργασιακή εξέλιξη) παύει να θεωρείται πραγματική δυνατότητα και η οικονομική επιτυχία παρουσιάζεται ως αποκλειστικά ατομικό επίτευγμα και η αποτυχία ως «ατομική ευθύνη», η συλλογική διάσταση της κοινωνικής ζωής αποδυναμώνεται δραματικά.
Η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων
Τα παραπάνω θα έπρεπε να προβληματίζουν ακόμη και μια φιλελεύθερη κυβέρνηση. Μια κοινωνία όπου η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται εγκλωβισμένη δεν μπορεί να είναι δυναμική ούτε με φιλελεύθερους όρους κινητικότητας και ευκαιριών. Η ασθενική ανάπτυξη και η προτεραιότητα στην πρόωρη αποπληρωμή χρέους επιβεβαιώνουν το πρόβλημα.
Για τις αριστερές δυνάμεις τα μηνύματα είναι βαρύτερα. Σήμερα δεν ζούμε την αποτυχία της Αριστεράς και του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα. Η αποτυχία αυτή έχει προβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε συχνά εμποδίζει να δούμε τις ουσιώδεις κατακτήσεις τους — που εξανάγκασαν ακόμη και τον καπιταλισμό να λειτουργήσει μέσα σε περισσότερο ρυθμισμένες συνθήκες. Ζούμε την αποτυχία της πολυδιαφημισμένης «κινηματικής και αυθόρμητης» Αριστεράς του 21ου αιώνα, που εμφανίστηκε αδύναμη απέναντι στον νεοφιλελεύθερο ατομικισμό (για να μην γράψουμε παρακολούθημα του). Όταν η ανάδειξη πολιτισμικών και ταυτοτικών ζητημάτων αποσυνδέεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξης, χάνει την ουσιώδη πολιτική της λειτουργία: τη συγκρότηση συλλογικής κοινωνικής υποκειμενικότητας γύρω από την κοινή εμπειρία της οικονομικής εκμετάλλευσης, του αποκλεισμού και της ανισότητας.
Η ψαλίδα των 40 μονάδων δεν είναι στατιστικό αίνιγμα ούτε ψυχολογικό/πολιτισμικό σύμπτωμα. Είναι η καθαρή αντανάκλαση μιας κοινωνίας όπου η τεράστια πλειοψηφία ζει την ανισότητα στο πετσί της, αλλά δεν μπορεί να το εκφράσει.
*Ο Μιχάλης Σκομβούλης διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Παν. Πατρών
