Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων ή αλλιώς skills mismatch, θεωρείται μία από τις σοβαρές πληγές της ελληνικής αγοράς εργασίας. Το αναδεικνύουν διεθνείς εκθέσεις, έρευνες εργοδοτικών φορέων και επιμελητηρίων, εταιρειών ανθρώπινου δυναμικού.
Στις περισσότερες έρευνες δίνεται έμφαση στην οπτική των επιχειρήσεων. Οι διευθυντές και οι υπεύθυνοι προσλήψεων τονίζουν ότι δεν βρίσκουν εύκολα προσωπικό που να έχει τις κατάλληλες δεξιότητες και προσόντα που ανταποκρίνονται στην προσφερόμενη θέση εργασίας. Ως συνήθεις ένοχοι για την αναντιστοιχία δεξιοτήτων υποδεικνύονται η ανεπαρκής σύνδεση των σπουδών με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η υποτίμηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, με αποτέλεσμα ελλείψεις, ιδίως σε ειδικευμένους τεχνίτες.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ η Ελλάδα πάσχει από «υπερεκπαίδευση» (overeducation), εργαζόμενους που έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από εκείνο που απαιτείται στη δουλειά τους.
Ως φάρμακο προβάλλεται η στροφή στην επαγγελματική εκπαίδευση, με τη διαλογή να γίνεται από όλο και μικρότερη ηλικία. Μια εκπαίδευση εργαλειακή, που δεν θα δίνει σφαιρικές γνώσεις αλλά μίνι-καταρτίσεις με σύντομη ημερομηνία λήξης. Aυτή η αντίληψη συνδέεται άμεσα με τους «εκπαιδευτικούς κόφτες», για τους μη προνομιούχους. Για «το παιδί από το Περιστέρι που θέλει να βρει μια δουλειά ως ψυκτικός», όπως έλεγε κάποτε ο σημερινός πρωθυπουργός, σε μια αλήστου μνήμης ατάκα, με έντονο ταξικό πρόσημο.
Οι 4 στους 10 εργαζόμενους κάνουν δουλειές άσχετες με τις σπουδές τους.
Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων υπό το βλέμμα των εργαζομένων
Η νέα έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για τα προσόντα και τις δεξιότητες των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Την οπτική των ανθρώπων της δουλειάς.
Ιδίως των νέων που συχνά παγιδεύονται σε εργασίες άσχετες με το αντικείμενο των σπουδών τους και κατώτερες των προσόντων τους. Πάνω από τέσσερις στους δέκα (42,6%) απαντούν ότι η τωρινή τους δουλειά έχει ελάχιστη ως μηδενική σχέση με τις σπουδές τους, ποσοστό που ανεβαίνει πάνω από το 60% για τις ηλικίες ως 24 ετών.
Σχεδόν οι τρεις στους δέκα δηλώνουν ότι έχουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από εκείνες που απαιτούνται για την τωρινή θέση εργασίας τους. Ως βασική αιτία γι’ αυτό οι περισσότεροι αναφέρουν ότι είχαν άμεση ανάγκη για δουλειά, ακόμα και αν ήταν τα προσόντα τους περισσότερα.
Σχεδόν οι τρεις στους δέκα εργαζόμενους έχουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η εργασία τους.
Υψηλά προσόντα, χαμηλές προοπτικές
Στα συμπεράσματα της έρευνας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα διαθέτουν σημαντικό απόθεμα γνώσεων, εμπειρίας και δεξιοτήτων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι «αν αυτό το απόθεμα μπορεί να αναγνωρίζεται, να αξιοποιείται και να αναπτύσσεται μέσα σε θέσεις εργασίας που προσφέρουν προοπτική, επαγγελματική εξέλιξη και καλύτερους όρους απασχόλησης». Προς το παρόν η απάντηση δεν είναι καταφατική.
Η αναβάθμιση δεξιοτήτων, το περίφημο upskilling, δεν μπορεί να μετατίθεται αποκλειστικά στον εργαζόμενο, ως ατομική υποχρέωση προσαρμογής, υπογραμμίζουν οι ερευνητές. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εργασία, την ποιότητα των θέσεων απασχόλησης, τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό και τελικά τον ίδιο τον παραγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας, καταλήγουν.
Αναντιστοιχία δεξιοτήτων και παραγωγικότητα
Ο Χρήστος Γούλας, γενικός διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, συνδέει την έρευνα για τα προσόντα των εργαζομένων, με τη γενικότερη συζήτηση για την παραγωγικότητα. Μια συζήτηση που επανέρχεται όλο και πιο έντονα στο προσκήνιο– με πιο πρόσφατη τη μελέτη του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ.
«Κανείς δεν διαφωνεί στο ότι πρέπει να είναι βελτιωμένη η παραγωγικότητα για μια ανταγωνιστική οικονομία. Όμως η παραγωγικότητα είναι μια έννοια η οποία δηλώνει το αποτέλεσμα μιας οικονομίας και όχι την προϋπόθεση», δηλώνει στο in ο κ. Γούλας, επιστημονικός συνυπεύθυνος της έρευνας μαζί με τον επιστημονικό διευθυντή του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ Γιώργο Αργείτη.
«Με αυτή την έρευνα θέλουμε να δείξουμε ότι η υψηλή παραγωγικότητα, που είναι όντως ένα σημαντικό διακύβευμα, δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν δοθεί μεγαλύτερη έμφαση και προσοχή στο εργατικό δυναμικό. Μια διάσταση αυτού είναι οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων», συμπληρώνει ο ίδιος.
Σχεδόν οι τέσσερις στους δέκα πτυχιούχους στην Ελλάδα, κάνουν δουλειές κατώτερες των προσόντων τους – πηγή: ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ
Κάθετη και οριζόντια αναντιστοιχία δεξιοτήτων
Όπως μας λέει ο επιστημονικός συνυπεύθυνος της έρευνας, υπάρχουν δύο είδη αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Η μία είναι η οριζόντια αναντιστοιχία, όταν οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους με τα επιθυμητά προσόντα. Σύμφωνα με τη Εurostat η οριζόντια αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην Ελλάδα ανέρχεται στο 25%, ποσοστό παρόμοιο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (26%).
Μια διάσταση που συχνά υποτιμάται ή παραγνωρίζεται στον δημόσιο διάλογο είναι η κάθετη αναντιστοιχία. Όταν το εργατικό δυναμικό διαθέτει πολύ περισσότερα προσόντα από όσα απαιτεί η θέση εργασίας.
Στην Ελλάδα, η κάθετη αναντιστοιχία είναι πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 32% έναντι 20%. Ανάμεσα στους πτυχιούχους, η κάθετη αναντιστοιχία αγγίζει το 37% έναντι 21% στην ΕΕ. Η απόκλιση αυτή οδηγεί σε σημαντική απώλεια «εθνικού κεφαλαίου», επιμένει ο ερευνητής. «Για να αποκτήσει κάποιος προσόντα, επενδύει το κράτος, η χώρα, η εκπαιδευτική πολιτική και όχι μόνο. Επενδύει ο ίδιος, επενδύει η οικογένειά του».
Δυστυχώς η κοστοβόρα και χρονοβόρα αυτή επένδυση, δεν αποδίδει πάντα ανάλογους καρπούς. «Έρευνες έχουν δείξει ότι αν κάποιος δεν εφαρμόζει τις γνώσεις του, μετά από τρία χρόνια απαξιώνονται. Που σημαίνει ότι χάνεται ένα μεγάλο εθνικό κεφάλαιο σε όλη αυτή την προσπάθεια», λέει ο κ. Γούλας.
Η κάθετη αναντιστοιχία δεξιοτήτων, σε συνδυασμό με τις χαμηλές αμοιβές, είναι μία από τις αιτίες που συνεχίζεται το brain drain, η μετανάστευση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στο εξωτερικό. Όταν η μία στις τρεις θέσεις εργασίας είναι σε εμπόριο, τουρισμό-εστίαση και συνδεδεμένους κλάδους, κυρίως χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλών απολαβών, θα διαιωνίζεται το φαινόμενο της κάθετης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
Η επαγγελματική κατάρτιση είναι προνόμιο των υψηλόμισθων και καταφύγιο των ημι-άνεργων
Προγράμματα κατάρτισης αμφίβολης ποιότητας
Η έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ ασχολείται και με τη δια βίου μάθηση, τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης. Εκτός από τη σχετικά χαμηλή συμμετοχή και πρόσβαση, το πιο σημαντικό ζήτημα που τίθεται, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, είναι η ποιότητα και η χρησιμότητα των προγραμμάτων κατάρτισης.
Ενώ η πλειοψηφία των εργαζομένων απαντά ότι αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απέκτησε μέσω τυπικής εκπαίδευσης ή επαγγελματικής εμπειρίας, δεν ισχύει το ίδιο για τις γνώσεις που αποκτήθηκαν μέσω μη τυπικής μάθησης (σεμινάρια, προγράμματα).
«Αυτό υποδηλώνει ότι τα προγράμματα κατάρτισης συχνά δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας ή η ποιότητά τους είναι ελλιπής. Παράλληλα, παρατηρείται ότι η πρόσβαση σε αυτά τα προγράμματα είναι μικρότερη για εργαζόμενους με μερική απασχόληση, χαμηλή αμοιβή ή χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, δηλαδή ακριβώς αυτούς που τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη», καταλήγει ο διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.
Δυστυχώς η αμφισβητούμενη ποιότητα των προγραμμάτων κατάρτισης, ανέργων και εργαζομένων (βλ Σκοιλ Ελικικού), και τα σκάνδαλα που ενίοτε τα συνοδεύουν, είναι κάτι που έχει σημαδέψει και το ίδιο το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Ίσως είναι καιρός να τεθεί πιο σοβαρά και αυτή η πλευρά. Αντί να αναρωτιόμαστε γιατί οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν «επανακαταρτίζονται» όσο θα έπρεπε ή όσο απαιτούν οι θεσμικές ντιρεκτίβες, ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ρωτάμε, ποιοι, πώς και με ποιον τρόπο, θησαυρίζουν από προγράμματα κατάρτισης που «δεν πιάνουν τόπο».
