Χαμηλές πτήσεις και δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση από τις μικρές επιχειρήσεις – Τι ζητάνε ενόψει ΔΕΘ

Στην Ελλάδα οι ατομικές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με λιγότερα από 10 άτομα προσωπικό, αποτελούν πάνω από το 95% του συνόλου. Από αυτές, πάνω από το 60% δεν απασχολούν καθόλου μισθωτούς, αφού τις τρέχουν οι ιδιοκτήτες τους. Πίσω από τον μηδενικό αριθμό εργαζομένων μπορεί να υπάρχει άτυπη ή αδήλωτη εργασία, π.χ. συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας, χωρίς καθορισμένο μισθό. Το  28% απασχολούν από 1 ως 4 μισθωτούς, ενώ κάτι παραπάνω από 5% έχουν από 5 ως 9 μισθωτούς.

Μαζί με τις επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 ως 49 άτομα και θεωρούνται απλώς μικρές, ξεπερνάνε το 99%. Αν θέλαμε δηλαδή να είμαστε ακριβείς, δεν θα μιλάγαμε καν για μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, αλλά για μικρο-μικρή. Σύμφωνα με την επίσημη κατηγοριοποίηση της ΕΕ, μεσαίες θεωρούνται οι επιχειρήσεις από 50 ως 250 άτομα. Στην Ελλάδα οι μεσαίες επιχειρήσεις είναι οικτρή μειοψηφία, λιγότερο από 0,5%.

Τα παραπάνω νούμερα είναι χρήσιμα για να καταλάβουμε πόσους και ποιους αφορά η νέα έρευνα Οικονομικού Κλίματος του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ). Πρόκειται για περισσότερα από 900.000 μικρά αφεντικά ή αφεντικά του εαυτού τους. Μαζί με τους μισθωτούς που απασχολούν (σχεδόν 1,1 εκατομμύρια με βάση τα ετήσια στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ), οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν μια κρίσιμη μάζα των 2 εκατομμυρίων ατόμων.

Αυτή η τεράστια δημογραφική ομάδα, που συχνά αποκαλούμε «ραχοκοκαλιά της οικονομίας», αποτελεί παράλληλα περιζήτητη εκλογική πελατεία, αν και δεν έχει ομοιόμορφα χαρακτηριστικά. Οι μικροί επιχειρηματίες και οι υπάλληλοί τους, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία πληρώνονται στα πέριξ του βασικού μισθού, έχουν τη δύναμη να ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις.

Γι’αυτό κάθε Σεπτέμβρη, αναζητείται χώρος στο καλάθι της ΔΕΘ για να χωρέσει τους  μικρομεσαίους επιχειρηματίες-επαγγελματίες, που είναι στην πραγματικότητα μικρο-μικροί. Πέρυσι οι μικρές επιχειρήσεις  έφυγαν σχεδόν με άδεια χέρια, αφού οι εκκλήσεις τους, ιδίως για την κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος, δεν εισακούστηκαν. Φέτος, καθώς μετράμε μήνες για τις βουλευτικές εκλογές, η κυβέρνηση προσπαθει να ξανακερδήσει την εμπιστοσύνη τους, καλλιεργώντας προσδοκίες για φοροελαφρύνσεις και δάνεια.  Σε αυτό το κλίμα, η έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕ και οι προτάσεις που καταθέτει, όπως και οι αντίστοιχες προτάσεις άλλων φορέων (ΒΕΑ, ΕΕΑ), διαβάζονται και ως λίστα με προεκλογικά αιτήματα.

Χλιαρό το οικονομικό κλίμα για τις μικρές επιχειρήσεις

Ο δείκτης  Οικονομικού Κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων υποχώρησε κατά 2,7 μονάδες το α’ εξάμηνο του 2026, διαμορφούμενος στις 56,5  από 59,2 το προηγούμενο εξάμηνο. Πρόπκειται για μια επίδοση που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην εποχικότητα (τα πρώτα εξάμηνα υστερούν πάντα των δεύτερων λόγω τουρισμού). Σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025 (47,2 μονάδες) η εικόνα είναι βελτιωμένη κατά 9,3 μονάδες, η καλύτερη επίδοση πρώτου εξαμήνου από το 2023. Ο Δείκτης Προσδοκιών έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος στις 58,7 μονάδες, δείχνοντας στάση αναμονής παρά αισιοδοξία.

Κάθε μονάδα άνω του 50 σημαίνει ότι οι θετικές απαντήσεις υπερτερούν των αρνητικών, με λίγο περισσότερους από τους μισούς να δηλώνουν βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ευημερούν, αλλά ότι έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον πιέσεων.

Έλλειψη ρευστότητας – Αύξηση τιμών

Η ρευστότητα παραμένει το πιο οξύ πρόβλημα: το 48% των επιχειρήσεων δηλώνει μείωσή της, ενώ το 21,8% έχει μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα και το 22,9% διαθέσιμα για το πολύ έναν μήνα. Ιδιαίτερα πιεσμένοι είναι το εμπόριο και η εστίαση.

Το λειτουργικό κόστος συνεχίζει να πιέζει έντονα: το 73,3% πληρώνει ακριβότερα ρεύμα, το 73,2% καύσιμα και το 77,5% πρώτες ύλες/προμήθειες σε σχέση με το 2025, με μέσες αυξήσεις 26%, 27,8% και 24,8% αντίστοιχα.

Η επιβάρυνση αυτή μετακυλίεται εν μέρει στις τιμές: το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε ανατιμήσεις (έναντι μόλις 7,2% που μείωσε τιμές), ανατρέποντας την σταδιακή αποκλιμάκωση των προηγούμενων πέντε εξαμήνων. Για το Β’ εξάμηνο, το 27,2% προβλέπει νέες ανατιμήσεις.

Η ζήτηση παραμένει υποτονική (41,1% κάμψη έναντι 22,8% αύξηση), με ανάλογη εικόνα στις παραγγελίες προς προμηθευτές. Ο κύκλος εργασιών εμφανίζεται ελαφρώς βελτιωμένος σε σχέση με τα αντίστοιχα εξάμηνα 2024-25, αλλά χωρίς θεαματική αλλαγή (40,3% μείωση τζίρου έναντι 23,8% αύξηση), με το εμπόριο να πλήττεται περισσότερο.

Ανθεκτική η απασχόληση

Στην απασχόληση καταγράφεται ανθεκτικότητα: το 81,1% διατήρησε σταθερό προσωπικό, με θετικό ισοζύγιο (12,3% αύξηση έναντι 6,5% μείωση). Ανησυχητική παραμένει η εικόνα των ληξιπρόθεσμων οφειλών: το 30,9% των επιχειρήσεων έχει μία ή περισσότερες, με το 13,3% να έχει τρεις ή περισσότερες — αυξητική τάση σε όλες τις κατηγορίες οφειλών (εφορία, προμηθευτές, ρεύμα, τράπεζες, ενοίκιο, ΙΚΑ).

Ανεπαρκή τα μέτρα για την ακρίβεια

Οι επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα επικριτικές απέναντι στην κρατική πολιτική: το 81,1% κρίνει ανεπαρκή τα μέτρα κατά της ακρίβειας. Το 54,3% εκτιμά ότι μείωση ΦΠΑ θα οδηγούσε σε μειώσεις τιμών. Τέλος, η αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις παραμένει ελάχιστη: μόλις το 6% έλαβε επενδυτικό δάνειο, με βασικά εμπόδια την αδυναμία κάλυψης τραπεζικών κριτηρίων (15,1%) και την έλλειψη ενημέρωσης (14,5%).

Συνολικά, η έρευνα σκιαγραφεί μια οικονομία μικρών επιχειρήσεων που σταθεροποιείται σε χαμηλά επίπεδα, χωρίς ουσιαστική ανάκαμψη, με τα δομικά προβλήματα (ρευστότητα, κόστος, οφειλές) να παραμένουν.

Τι ζητάνε οι μικρές επιχειρήσεις ενόψει ΔΕΘ

Η ΓΣΕΒΕΕ, ενόψει ΔΕΘ, καταθέτει ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων σε δέκα άξονες πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις —99% του συνόλου, με 85% των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα— συνεχίζουν να δοκιμάζονται δυσανάλογα από διαδοχικές κρίσεις (Μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή και πληθωριστική κρίση) χωρίς ανάλογη στήριξη από την Πολιτεία.

Στον φορολογικό άξονα ζητά άμεση κατάργηση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης, πλήρη κατάργηση τέλους επιτηδεύματος, εξορθολογισμό ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης (κατάργηση ΕΦΚ στον καφέ, ενιαίος ΦΠΑ εστίασης), μείωση φορολογικών συντελεστών και προκαταβολής φόρου, επαναφορά αφορολόγητου ορίου και αφορολόγητου αποθεματικού, αύξηση ορίου απαλλαγής ΦΠΑ από 10.000€ σε 30.000€, και θεσμοθέτηση «SME test» πριν από κάθε νομοθετική ρύθμιση.

Στη ρευστότητα προτείνει δέσμευση ποσοστού ευρωπαϊκών κονδυλίων αποκλειστικά για πολύ μικρές επιχειρήσεις, μόνιμο χρηματοδοτικό εργαλείο τύπου επιστρεπτέας προκαταβολής, μετατροπή της Αναπτυξιακής Τράπεζας σε πραγματική τράπεζα επενδύσεων, ακατάσχετο επιχειρηματικό λογαριασμό και στήριξη ταμείων μικροπιστώσεων.

Για το ιδιωτικό χρέος (417 δισ. ευρώ συνολικά, 168% ΑΕΠ) ζητά νέα ρύθμιση 120 δόσεων με διαγραφή προστίμων για πανδημικές οφειλές, αναστολή μέτρων ΚΕΑΟ και πλειστηριασμών όσο διαρκεί η ακρίβεια.

Στην ενέργεια προτείνει συνέχιση επιδοτήσεων, αποσύνδεση αποζημίωσης παραγωγών από τον ακριβότερο προμηθευτή, διαφάνεια στο χρηματιστήριο ενέργειας και στήριξη φωτοβολταϊκών μικρής κλίμακας.

Στα εργασιακά ζητά επαναφορά καθορισμού κατώτατου μισθού μέσω ΕΓΣΣΕ, μέτρα για κενές θέσεις εργασίας, μείωση μη μισθολογικού κόστους, εξορθολογισμό προστίμων και αυτοτελή εκπροσώπηση σε e-ΕΦΚΑ/ΤΕΚΑ/ΔΥΠΑ/ΑΑΕΕ.

Οι υπόλοιποι άξονες αφορούν απλοποίηση της ψηφιακής γραφειοκρατίας, εννεαετή προστασία επαγγελματικής στέγης από έξωση με πλαφόν ενοικίων, δημιουργία Ταμείου Ψηφιακής Οικονομίας για μικρές επιχειρήσεις, ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων/clusters και αναβάθμιση του συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA